Η εποχή των χαμένων

Κάτι δικά μου...

Κάπου κρυφά σε μια στοά μιας μικρής πόλης, ένας γεροντάκος βρήκε καταφύγιο σε ένα χαρτόκουτο. Ευτυχώς που καλοκαιριάζει και δεν γίνεται πλημμύρα το πλακόστρωτο με τις λακκούβες που απ’ τις πολλές βροχές και τα χρόνια έχουν ανοίξει.Το μόνο που τον τυραννά είναι η μυρωδιά. Άπλυτος τόσες μέρες και με την θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει κατακόρυφα, φοβάται ότι ο κόσμος δεν θα τον πλησιάζει να τον αφήσει τίποτα ψιλά να αγοράσει κάτι να φάει.

Στο άσυλο δεν πολυπηγαίνει. Μια μέρα μάλωσε μ’ έναν άλλο άστεγο για μια δεύτερη κούπα φαϊ. Η κυρία που σέρβιρε δεν έδινε τίποτα περισσότερο απ’ το μενού ώστε να φτάσει για όλους. Είχε τρεις μέρες να φάει. Το στομάχι του είχε κολλήσει στην πλάτη του. Όταν έχεις μέρες να φας δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο παρά την πείνα σου. Ακόμα και τώρα πριν μπει μέσα ψάχνει να τον βρει ώστε να μπορέσει να τον αποφύγει. Τα χρόνια του δεν του επιτρέπουν να τσακώνεται και να πολυσκοτίζεται στο τι κάνουν οι άλλοι.

Ο ήλιος γίνεται μαρτύριο κάθε μέρα που περνάει. Μάζεψε πέντε πλαστικά μπουκάλια απ’ τα σκουπίδια και τα γεμίζει το βράδυ μήπως και η λίγη δροσιά της νύχτας διατηρήσει δροσερό το νερό. Έφυγε τρέχοντας από την περιοχή που έμενε. Όλοι μάθανε το κακό που τους βρήκε, κανείς όμως δεν άπλωσε το χέρι του για λίγη βοήθεια. Ήταν και η αρχή της κρίσης στην χώρα. Μετανιωμένος για όσα δεν έκανε όσο μπορούσε, να έχει στην άκρη κάποια χρήματα, να μην απομακρυνθεί από τα παιδιά του. Τώρα στέκεται σ’ αυτό το χαρτόκουτο που άργησε πολύ να το αγαπήσει, κλαίει καμιά φορά σπαρακτικά για όσα δεν έκανε. Αναμνήσεις, παιδιά, γυναίκα, η δουλειά του που την λάτρευε. Τσαγκάρης από παιδάκι πλάι στον πατέρα του. Θυμάται πως με τα χρόνια τα εργαλεία και τα υλικά γίνανε καλύτερα και μαζί μ’ αυτά κι αυτός ο ίδιος. Τι να άλλαξε στην πορεία! Οι αναμνήσεις που έχει να θυμάται πλημμυρίζουν από αγάπη το μυαλό του. Μετά από πολύ καιρό κι από την κούραση της φτώχειας στους δρόμους, στην αρχή ονειρευόταν ότι βρίσκεται σε ένα θέρετρο παρέα με πλούσιους φίλους πίνοντας σαμπάνια δίπλα στην πισίνα. Ήταν τόσο καλό για να είναι αληθινό. Από το ένα άκρο όμως στο άλλο και χωρίς να είναι χειροπιαστό το όνειρο, πίστευε πως αν συνέχιζε στα όρια της τρέλας. Γι’ αυτό ξαναθυμήθηκε από την αρχή την ζωή του. Από τότε που ήταν μικρό παιδάκι. Την θερμή αγκαλιά της μαμάς του που πάντα τον περίμενε μετά το σχολείο ή το βράδυ μετά από το τσαγκαράδικο να τον ακούσει για ότι του μάγεψε την φαντασία, πόσο ονειρεύτηκε. Αργότερα κατάλαβε  πόσο σπουδαίο είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Πόσο τυχερός ήταν παρά τις δυσκολίες. Ήθελε τόσο πολύ να μοιάσει του πατέρα του, ειδικά όταν έπιανε ένα ζευγάρι σκαρπίνια πλουσίων να τα γυαλίσει και έπαιρνε εκείνο το σοβαρό ύφος με τα φρύδια πότε σηκωμένα πότε συνοφρυωμένα σαν μικρό παιδί που φτιάχνει παλάτια στην άμμο και φοβάται μην έρθει το κύμα και του χαλάσει το βασίλειο. Η ικανοποίηση ότι πέτυχε η εργασία κι γίνονταν πάλι σαν καινούργια ασχέτως αν είχαν αγοραστεί πριν από ένα μήνα, ανεκτίμητο κι ανεξίτηλο σημάδι στην παιδική ψυχούλα του.

Μετά θυμόταν την γυναίκα του. Την στιγμή που το κάθενα απ’ τα παιδιά του ήρθε στη ζωή. Που έγινε παππούς. Όλα τα όμορφα γεγονότα που πλαισιώνουν μια ζωή γεμάτη από εμπειρίες. Κι η δική του ήταν ζωντανή και με αγάπη. Το μυαλό του σταμάτησε εκεί. Τι έφταιξε, τι χάλασε και έφτασε ως εδώ. Βούρκωσε που δεν θυμόταν. Πώς είναι δυνατόν!

Το επόμενο πρωί ξύπνησε μόλις χάραξε ο ήλιος. Έκρυψε το χαρτόκουτο πίσω από κάτι θάμνους και ξεκίνησε. Ο πρώτος σταθμός και πιο κοντινός το μαγαζί του. Μόλις έφτασε στάθηκε στον απέναντι δρόμο. Ευτυχώς δεν είχε πολύ κίνηση και κοντοστάθηκε αρκετή ώρα, καμαρώνοντας που τώρα πια είναι ένα μικρό μπακάλικο. Δάκρυα τρέχανε απ’ τα μάτια του. Πόσες αναμνήσεις! Όταν ξύπνησε μετά από ίσως μια αιωνιότητα, ξεκίνησε πάλι αυτή τη φορά για τον σπίτι του. Την τελευταία του κατοικία με τούβλα. Την ζεστασιά του, τις τρυφερές φωνές των παιδιών του, ακόμα και οι κραυγές της εφηβείας τους ηχούσαν στ’ αυτιά του. Ένα διώροφο σπιτάκι ήταν ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Μικρό αλλά στεκόταν πάντα με αγάπη. Δεν φαίνεται να μένει κανείς πια. Κάθισε σχεδόν μέχρι να βραδιάσει, περίμενε μήπως και εμφανιστεί κάποιος γνώριμος από τους γείτονες που ήξερε. Όλα έχουν αλλάξει τελικά. Άγνωστοι πλέον μένουν στα διπλανά σπίτια. Γιατί ήρθε αφού βαθιά μέσα του ήξερε ότι δεν θα βρει κανέναν. Μακάρι να ήξερε που ήταν τα παιδιά του. Ο λόγος όμως ακόμα δεν του εμφανίστηκε. Τα θυμάται όλα εκτός πως έφτασε ως εδώ. Δεν μπορεί να τον ξεγελά η μνήμη του τόσο πολύ. Μετά από ώρα αποφάσισε να σηκωθεί και ξεκίνησε την επιστροφή. Είχε τον φόβο μέσα του μήπως βρήκε κανείς το χαρτόκουτο και το πέταξε και άντε μετά να βρει άλλο μέσα στην νύχτα, Τα παγκάκια δεν τα θέλει. Δεν θέλει να σκεφτούν ότι είναι πρεζάκιας. Καθώς προχωρούσε άκουσε σε ένα καφενείο που ήταν ακόμα ανοιχτό μια παρέα να διαφωνεί έντονα. Σταμάτησε να ακούσει μόνο και μόνο γιατί η μία φωνή του φάνηκε γνώριμη. Δεν δίστασε και προχώρησε αρκετά κοντά στο τραπέζι ώσπου τελικά η γνώριμη φωνή ήταν ενός παλιού καλού φίλου. Κοιτάχτηκαν τόσο έντονα που ίσως τα δάκρυα ήταν τόσο αρμονικά συντονισμένα να τρέξουν και στα δύο ζευγάρια μάτια. Οι υπόλοιποι σώπασαν. Ο φίλος σηκώθηκε και απλά τον αγκάλιασε. Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή κι από τους δύο. Κατέληξαν στο σπίτι του όπου επέμενε με συνεχή δάκρυα να τον φιλοξενήσει για όσο χρειαστεί. Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια. Έμενε μόνος του, ευτυχώς το σπίτι ήταν δικό του. Μια φορά την εβδομάδα ερχόταν μια αλλοδαπή και καθάριζε το σπίτι, του σιδέρωνε, του ετοίμαζε φαγητό και ότι άλλο χρειαζόταν. Του ζήτησε να μείνει μαζί του. Θα τον βοηθούσε να τα βρεί όλα ξανά. Αν δικαιούται ακόμα την σύνταξή του, τα χαρτιά του που ίσως να βρίσκονται ακόμα στο σπίτι και θα προσπαθούσαν να βρουν τα παιδιά του. Μέσα στην θολούρα του σαν να μην τον ένοιαζαν όλα αυτά. Ήθελε να μάθει πως βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση. Τον σταμάτησε και τον ρώτησε. Εκείνος κοντοστάθηκε και ξαφνιάστηκε που δεν θυμόταν. Φοβήθηκε μήπως είναι στην αρχή της άνοιας. Ξέχασε ότι του είπε πριν και σαν να ξανασκέφτηκε την πρόταση να μείνει μαζί του. Κάθισε στην καρέκλα δίπλα του και του είπε την ιστορία. Μόλις έκανε τα χαρτιά του να παραδώσει για την σύνταξη. Είχε κουραστεί πλέον τα χέρια του να γυαλίζει, να καθαρίζει να κάνει καινούργια τα παλιά παπούτσια που του πήγαιναν οι πελάτες. Καθώς περίμενε την απάντηση είχε έρθει μια καινούργια πελάτισσα που την πρότεινε μία άλλη χρόνια τώρα. Η κυρία αυτή ήταν χήρα τα τελευταία χρόνια πάντα όμως κομψή και σοβαρή που δεν μπορούσε να μην τραβήξει την προσοχή κάθε άντρα της ηλικίας τους. Ήξερε ότι ήταν παντρεμένος αλλά δεν δίσταζε να προσπαθεί να του τραβήξει ερωτικά την προσοχή. Αργότερα βέβαια έμαθαν όλοι ότι ήταν εκμεταλλεύτρια. Δεν άργησαν να κάνουν κρυφή σχέση, ταξιδάκια με την δικαιολογία ότι ήθελε να γνωρίσει μέρη που δεν πήγε ποτέ και σαν συνταξιούχος πλέον ήθελε να γυρίσει την Ελλάδα. Στην αρχή η γυναίκα του δεν του έφερνε αντίρρηση, πίστευε ότι του άξιζε να κάνει ότι δεν μπόρεσε νεότερος αλλά όχι όμως μια σχέση με μία άλλη γυναίκα.Στα παιδιά τους δεν είπε τίποτα, δεν ήθελε μέχρι να σιγουρευτεί. Μια μέρα τον ακολούθησε και τους είδε να μπαίνουν σε ένα ξενοδοχείο. Όταν αργά την νύχτα βγήκαν και ετοιμαζόντουσαν να μπουν στο αυτοκίνητο εκείνη εξαντλημένη από θυμό, οργή και ένας Θεός ξέρει από τι άλλο στεκόταν στην πόρτα του οδηγού, έδειξε σε εκείνη την πιάτσα των ταξί και μπήκε στο αυτοκίνητο με ψυχραιμία και περίμενε. Όταν ξεκίνησαν ξέσπασε σε κλάματα. Άρχιζε να τον χτυπάει με όλη την δύναμη που της είχε απομείνει. Το αυτοκίνητο ήταν σε κεντρικό δρόμο στην λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας χωρίς διαχωριστική νησίδα από το αντίθετο ρεύμα. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη με επιβατικό όχημα που επίσης έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η γυναίκα συνοδηγός είχε ακαριαίο θάνατο. Ο οδηγός μεταφέρθηκε με σοβαρά τραύματα. Μετά το συμβάν δεν άργησε να μαθευτεί η αλήθεια. Η κηδεία της μητέρας τους έγινε τρεις μέρες μετά το ατύχημα. Μόνο την πρώτη μέρα τον επισκέφτηκαν τα παιδιά του. Ο λόγος που χάθηκε η μητέρα τους, τους κλείδωσε για πάντα το είδωλο του πατέρα σε αυτό του τέρατος. Κι έτσι μετά την νοσηλεία του βρέθηκε χωρίς τίποτα και κανέναν. Μάλιστα ούτε η άλλη τον δέχτηκε αφού μετά την επίσκεψή του στο σπίτι της μετακόμισε χωρίς να αφήσει ίχνη καθώς φοβόταν μήπως την ψάξουν και την απειλήσουν.

Οι εικόνες περνούσαν από μπροστά του. Κάθε λέξη του μαχαίρωναν την καρδιά. Πολλές φορές ευχήθηκε να έπαιρνε εκείνος την θέση της στον θάνατο. Τα δάκρυα χαράς που ξαναβρήκε τον παλιό του φίλο άλλαξαν ροή, θερμότητα και χρώμα. Άνοιξε την πόρτα και απλά έφυγε. Το συναίσθημα ντροπής δεν του επέτρεπε να βρίσκεται σε κανένα σπίτι. Ούτε καν σε χαρτόκουτο. Μέσα στην τρέλα του έψαχνε κάτι να αυτοκτονήσει. Ήταν τόσο θολωμένος που δεν έβλεπε τίποτα που να τον ικανοποιεί. Έπεσε σε μια γωνιά κι αφού εξάντλησε όλους τους λυγμούς κοιμήθηκε. Το πρωί τον βρήκαν μισοπεθαμένο. Στο νοσοκομείο μετά από αρκετά εγκεφαλικά άφησε την τελευταία του πνοή κοιτάζοντας στο ταβάνι την εικόνα της γυναίκας του. Της ψιθύριζε σ’ αγαπώ!



Facebook Comments
Χρυσάνθη Καραδεμιρτζόγλου

Γεννημένη στο μικρό Μόντε Κάρλο της Ελλάδος (Καβάλα). Πιστεύω και μη, ότι έρχεται στο δρόμο μου το εξετάζω λεπτομερώς. Σκορπιός με ωροσκόπο Υδροχόο (άσχετο αλλά συγκεκριμένο) δεν πιστεύω στην τύχη.