Γράμματα του κ. Νικηφόρου Βρεττάκου

Μας φώτισες
3.8.1940
 
Όλοι οι άνθρωποι είμαστε από το ίδιο μείγμα, αλλά είμαστε απροπαράσκευοι για να ' μαστε αδελφοί. Ανθρωπότητα σήμερα θα ειπεί το σύνολο πολλών εγώ  που τείνουν σε διάφορες κατευθύνσεις, αντί, αφού, έχουν κοινή μοίρα, να τείνουν το ένα προς το άλλο, το άτομο προς το σύνολο, όπως το μέλος προς το σώμα, για ν' αποχτηθεί μια συνοχή ανάμεσα στις κοινωνίες, στα έθνη, ανάμεσα στην ανθρωπότητα, ένα σώμα με βάση τις υποστασιακές δυναμικότητες του ατόμου που λέγεται άνθρωπος, και που καθένα τους χωριστά εκπροσωπεί τις ανάγκες και το αίτημα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα χάος ανάμεσα στους ανθρώπους, που το γιομίζει ο πανικός, η δυστηχία, η αλλοφροσύνη, ο πόλεμος. Τα άτομα τείνουν σ' εξωτερικές καταχτήσεις, ενεργώντας για λογαριασμός τους, σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος στον έξω κόσμο εξόν από το άτομό τους.
 
 

Οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν εύκολο έδαφος.

 

Η ηθική της τυφλής δύναμης και της δραστηριότητας δεν υφίστανται τον έλεγχο καμιάς ηθικής. Ενώ αντίθετα η εσωτερική μας κατάχτηση θα μας οδηγούσε στη σύλληψη μιας πλατύτερης ηθικής, θα μας προσέγγιζε στις μεγάλες έννοιες που υπαγορεύονται μέσα μας, θα τοποθετούσε στο ύψος του το Θεό, το Θεό που τόσους αιώνες συμμετέχει στις ανθρώπινες συγκρούσεις, το Θεό που μας παρουσιάζεται σήμερα πολεμά τον εαυτό του.
 
Όσο βαδίζεις προς το ίδιο σου το πρόβλημα, τόσο βαθύτερα θα σ' αγγίζει το δέος της τρομερής εποχής σου. Όταν θα ζητήσεις να διαπιστώσεις τι εξυπηρέτησε απ΄το ουσιαστικό πρόβλημα που απασχολεί σήμερα τον εαυτό σου η ηθική μας, η πίστη μας, η τέχνη μας, η επιστήμη μας, τότε θα σου αποκαλυφθεί η εποχή μας, γυμνή σαν κάτι το χαώδες, το συνταρακτικό, το χωρίς προηγούμενο. Βρίσκεσαι στην κυριότερη καμπή της ανθρώπινης πορείας. Η Γη έχει ανάγκη από φωτισμένες προσωπικότητες και ισχυρά άτομα. Η εποχή μας αποκτά κοσμογενική σημασία. Η απουσία κοσμογονικής αρετής θα σημάνει αναβολή του πολιτισμού, κυριαρχία της θλίψης γι' απεριόριστο χρονικό διάστημα, επικράτηση της νύχτας εκεί που είχε αρχίσει να υποφώσκει το φως. Μια μελλοντική εποχή θα κρίνει με καταθλιπτική αυστηρότητα την εποχή μας. Η αδράνεια μπροστά στο φαινόμενο της οριστικής αυταπάτησης της ανθρώπινης ουσίας, η αγωνία της εποχής μας που θ' ακούγεται αρκετούς αιώνες έπειτα, θα μας καταδικάσει αμετάκλητα σαν μιαν ανώνυμα μάζα που έχασε την κυριαρχία του εαυτού της και περιπλανήθηκε ανάμεσα στα φαντασμαγορικά θεάματα του κακού, έχοντας χάσει τον ορίζοντα της αλήθειας και διατηρώντας απ' όλο το μεγαλείο του Δημιουργήματος που λέγεται άνθρωπος το σχήμα της ύπαρξης.
 
Κλονίστηκες σήμερα απ' τη σκοτοδίνη της αδυναμίας σου κι έφυγες να με βρεις. Καταλαβαίνω ότι το φως, ο εξωτερικός κόσμος, τα φαινόμενα της φύσης, για πρώτη φορά σήμερα σου προκαλούν δάκρυα. Απευθύνεσαι στην αντίθεση της γαλήνης τους μ' ένα "γιατί". Κι όπως το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων, που δεν είναι ακόμα έτοιμο να ζήσει ή να πεθάνει, πορεύεται με την ιδέα μιας ακαθόριστης λύτρωσης.
 
Δεν ξέρω αν κι αύριο, όπως και σήμερα, θ' απευθύνεσαι σε μένα μ' εμπιστοσύνη. Στις προσεγγίσεις μας όμως σήμερα πρέπει να 'μαστε σκληροί. Πρέπει να σφυρηλατήσουμε τον εαυτό μας και να δοκιμάζουμε το μέταλλό μας απλώνοντας συχνά το χέρι μας τη φωτιά. Γι 'αυτό δεν θα σου γράψω ότι το συγκινημένο σου γράμμα δεν είχε καμμίαν απήχηση μέσα μου. Το μήνυμά σου δε μου 'φερε καμιάν ελπίδα. Είδα στο πρόσωπό σου μιαν ανθρωπότητα λυπημένη γιατί της χάλασαν τον ύπνο. Μιαν ανθρωπότητα η οποία είμαι βέβαιος πως όταν ξαναφτιάξει ο καιρός, όταν θ' ανατείλει ο ήλιος της κοινότατης ευτυχίας, θα ελέγξει τον εαυτό της για το φόβο και τις τωρινές ανησυχίες της και θα πέσει να ξανακοιμηθεί.
 
Θα λαχταρούσα πολύ, όταν πήρα το γράμμα σου, να σε αναπολήσω σαν μιαν ωραίαν παράσταση ζωής. Σαν ένα κομμάτι από τα τοπία εκείνα της παιδικής καλοσύνης, που όσο περνούνε τα χρόνια χρωματίζονται περισσότερο. Η έλλειψη όμως γενικής και βαθύτερης συγγένειας μεταξύ μας έγινε αφορμή να μη διατηρηθεί ούτε ο χρυσός δεσμός της παιδικής ηλικίας. Προσπάθησα να εξηγήσω την ίδια μου την ψυχρότητα απέναντί σου, και ζήτησα να πλουτίσω την καρδιά μου με το άρωμα της μακρινής αυτής νοσταλγία, ή με το όνειρο που με πολλή θλίψη μου ξαναθυμίζεις. Αλλά δεν μπόρεσα να σου αποδώσω περισσότερη θερμότητα. Ο Χριστός είπε: Αγαπάτε τους εχθρούς σας. Σ΄αγαπώ, λοιπόν, αλλά είσαι εχθρός μου.  Γιατί εχθροί μας πρέπει να 'ναι όσοι είναι εχθροί της ανθρώπινης έννοιας. Χρειάστηκε να κλονιστεί όλη η Γη για ν' ανακαλύψεις την ύπαρξη του εαυτού σου. τώρα θέλεις να προσανατολιστείς σ' έναν άλλο κόσμο κι ονειροπολείς μια ποιητική διέξοδο: το πρώτο μου όνειρο. Το καγκελοφραγμένο μου χτήμα. Να είσαι βέβαιος όμως πως δε θα μ' έβρισκες πια στο πρώτο μου όνειρο, γιατί είναι αργά. Θα προτιμούσες να φύτευα σπόρους και να 'γραφα στίχους. Αλλά θ' απογοητευτείς όταν σου γράψω ότι δεν πίστεψα ποτέ πως η τέλεια έκφραση εκείνου που είμαι είναι ο ποιητής. Υπάρχει κάτι βαθύτερο και πιο πλήρες. Τέλειο σε συνέπεια απέναντι στο θείο σήμερα είναι το να ' σαι στρατιώτης. Ένας στρατιώτης που τραγουδά στις μακρινές νύχτες της πορείας του πρέπει να 'ναι ο ποιητής. Το τραγούδι του να λυτρώνει την ίδια του την ψυχή. Μα εκείνο που τον δικαιώνει και που αποτελεί τίτλο τιμής για την ύπαρξή του στη Γη είναι πως ένιωσε ότι πρέπει να είναι στρατιώτης. Έχεις ανάγκη από ένα όνειρο, μια θρησκεία, μια πίστη. Μου ζητάς να σου δείξω το άστρο που με σταμάτησε κι έστησα τη σκηνή μου κάτω απ' αυτό. Μου ζητάς να μπεις στη γαλήνη μου. Ανακάλυψες πως είμαι πλούσιος κι έρχεσαι με δάκρυα στην πόρτα μου. Λυπούμαι που δεν μπορώ να σε φιλοξενήσω στο πρώτο μου όνειρο. Δε ζητούσε πολλά πράγματα, λίγον οίκτο. Δε θα παραξενευτείς, και μου είναι χρήσιμο ίσως να πικραθείς, όταν σου γράψω πως είμαι  και σήμερα ακόμα ένας πολύ ήρεμος άνθρωπος. Όταν εγώ ζητούσα ν' απομονωθώ, με μόνο το λόγο να συγκροτήσω τον εαυτό μου, γνωστικά και ψυχικά, και να γίνω έτοιμος για ν' αντικρίσω την εποχή μου, για να κάμω οξύτερο το αίσθημα της αηδίας μου προς την αδιαφορία σου, που είχε κάμει την πιο παράλογη συμβατικότητα ονειρική τελειότητα, Συ δεν μπορούσες να εξηγήσεις τη στάση μου γιατί δεν είχες καταλάβει, όπως μου γράφεις, ότι η ζωή είναι κάτι βαθύτερο. Σήμερα επανέρχεσαι μ' ένα άισθημα συντριβής και καταθέτεις τα όπλα, γονατίζοντας με φόβο μπροστά στο άγνωστο.
 
Είχες τη δύναμη να με βοηθήσει στο πρώτο μου όνειρο. Δεν είχες όμως καταλάβει την ευτυχία του, όπως μου γράφεις. Δεν την είχες καταλάβει όπως δεν την κατάλαβες ακόμα και σήμερα. Γιατί το όνειρο εκείνο δεν ήταν όνειρο ευτυχίας καθώς την ονειρεύεσαι. Και για να σου δώσω ένα δείγμα της παράξενης ευτυχίας μου, θα σου εξιστορήσω την παρακάτω εικόνα: Όταν κάποτε βρέθηκα ανάμεσα σε εκατό εργάτες και χτυπούσα το κοκκινισμένο σίδερο, η ορμή μου σαν να 'βγαινε από κάπου βαθύτερα. Το χέρι μου σαν να κατέβαινε από πολύ ψηλά, κι όσο κι αν αμφιβάλλεις, και τότε, όπως και τώρα, ήμουν ευτυχισμένος. Σε κάθε σκηνή που κατοικούσα, έπαιρνα μαζί μου την πίστη μου, τον κόσμο μου, τ' όνειρό μου. Χτυπώντας το σίδερο, θαρρούσα πως χτυπούσα της Γης, πως την έπλαθα, πως ίδρωνα για όλη την ανθρωπότητα. Άκουγα το ρυθμό της αναγέννησης, κι είχα την εντύπωση πως βρισκόμουνα στον ανοιχτόν ορίζοντα, τοποθετημένος στη θέση μου, κάτω απ' τον ήλιο. Είχα την αίσθηση πως δούλευα σε μια πλατύτερη σύνθεση. Πως προσπαθούσα να σηκώσω μαζί με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους ένα άστρο πεσμένο... Την ίδια στιγμή ήσουν κι εσύ διαφορετικά ευτυχισμένος. ήσουν ευτυχισμένος γιατί πρόσφερες, χωρίς να το φαντάζεσαι, την εξαθλίωσή σου στην ανθρωπότητα. Η μόνη δυστυχία που αισθάνθηκα στην ζωή μου είναι ο οίκτος που ένιωσα προς τους άλλους ανθρώπους. Σκέψου λοιπόν πιο ήρεμα και πιο βαθιά. Αρμόνισε την ύπαρξή σου με το γενικό ρυθμό που πλημμυρίζει τα πρωινά τους ορίζοντες. Ισορρόπησε τον εαυτό σου και τοποθέτησέ τον απέναντι στη Δημιουργία. Φρόντισε ν' αναστήσεις και τους άλλους ανθρώπους.
 
Η ώρα του θείου καθήκοντος είναι η μόνη χαρά της ζωής, χαρά που οραματίστηκες ίσως όταν ήσουν παιδί. Το πρώτο μου όνειρο δεν ήταν λοιπόν ο σκοπός μου. Όμως ξέροντας να γιομίζω τον εαυτό μου με σοφή πλήρωση, δε θα 'παυα να 'χω ανοιγμένο το παράθυρό μου στον ουρανό. Κι όταν εσύ θα περνούσες να σε φιλοξενήσω, θα σου γιόμιζα βέβαια το ποτήρι κρασί, μα η συναδέλφωσή μας δε θα 'ταν τόσο απλή και τόσο επιβλητική όσο τη φαντάζεσαι. Θα το θεωρούσα περιττό να εγκαταλείψεις τον κόσμο σου για να μου ποτίσεις τα λουλούδια. Εγώ θα 'χα ολόκληρο ουρανό στη διάθεσή μου κι ολόκληρες πεδιάδες. Ότι έχει ένας άνθρωπος που δεν του χρειάζεται τίποτα, ένας άνθρωπος που, προκειμένου για τον εαυτό του, καταθέτει τα χέρια του, κοιτάζει το σύμπαν και κλαίει.
 
 
Νικηφόρος Βρεττάκος
 
 
 
 
Από το βιβλίο "Γράμματα εις εαυτόν" εκδ. Ποταμός