Σινέραμα

Κάτι δικά μου...

Η σκηνή διαδραματίζεται σ’ ένα πάρκο. Είναι βράδυ. Λίγο πριν μπει το φθινόπωρο.

Ένας άντρας – μοιάζει νεαρός- κάθεται (ίσως και να αιωρείται), σ’ ένα παγκάκι που το χτυπάει το φως της τελευταίας λάμπας πριν το δρομάκι προς το δασάκι. Μονολογεί. Λόγια που ίσως ούτε κι ο ίδιος του καταλαβαίνει. Όσο περνάει η ώρα η ατμόσφαιρα γίνεται θολή. Η υγρασία ξεκινάει το ταξίδι της μέσα στην νύχτα.
  
Παρατηρώ σαν καλεσμένη τον νεαρό από μακριά. Τον συμπονώ που πονάει. Που μιλάει έστω ψιθυριστά στη δική του γλώσσα. Αναρωτιέμαι αν με είδε. Λίγο αργότερα άρχισε να μιλάει πιο δυνατά. Προσπαθώ να καταλάβω έστω μία λέξη στην κοινή μας γλώσσα. Μάταιο. Ξαφνικά σηκώνει το κεφάλι του. Με κοιτάζει μέσα στα μάτια και μου λέει : ” Φύγε”. Επιβλητικά. Σταμάτησε να αιωρείται. Τώρα σήκωσε ίσια το κορμό του και με κοιτάζει βαθιά στα μάτια. Ένα πουλί της νύχτας περνάει από μπροστά του σαν να το κυνηγάνε. Επιστρέφει ξανά και περνάει από μπροστά μου αυτή την φορά. Τρόμαξα από την δύναμη που είχαν τα φτερά του. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και ηρέμησα. Δεν πρέπει να μπαίνει τίποτα ανάμεσά μας. Όχι τώρα. Σκέφτομαι να τον πλησιάσω. Το ξανασκέφτομαι. Με κοιτάζει επίμονα και δεν μπορώ να καταλάβω τι αισθάνεται. Δεν νομίζω να τον ενοχλώ. Το “φύγε” του δεν ήταν διωγμός. Δεν τον ενοχλώ, είμαι σίγουρη. Ξεφεύγω φευγαλέα απ’ το βλέμμα του και κοιτάζω γύρω μου. Ο φωτισμός στο πάρκο μοιάζει σωστά οργανωμένος. Οι λάμπες έχουν συντροφιά σε ίση απόσταση μεταξύ τους παγκάκια μέσα στο κύκλο του φωτός τους.
    Αντιλαμβάνομαι ότι κάθομαι στο μοναδικό παγκάκι που δεν έχει λάμπα. Απέναντί του. Δεν το βρίσκω τυχαίο. Νιώθω ότι η σκηνή αυτή είναι η τελευταία πριν το φινάλε. Γυρίζω το βλέμμα μου στο δικό του με ακόμη περισσότερη συμπόνοια. Για μένα αυτή τη φορά. Αυτός δεν άλλαξε τίποτα επάνω του. Βαθύ σκοτάδι έχει απλωθεί παντού.
    Αυτή την στιγμή η ψευδαίσθηση ότι είμαι κάτι, η αμφιβολία της έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Αρχίζω να φοβάμαι. Παίρνω τον πρωταγωνιστικό ρόλο χωρίς να το επιδιώκω. Διακρίνω κατανόηση στο πρόσωπό του. Αντιστροφή ρόλων. Κατάσταση αναμονής. Φοβάμαι. Δεν ξέρω τι πρέπει να πω, που να σταθώ. Δεν βλέπω πουθενά την κάμερα. Αυτός μπαίνει ξανά στην αρχική του κατάσταση. Μέσα στο κρυφό πανικό μου του φωνάζω: “Γιατί;”. Αυτός ξυπνάει από τον λήθαργό του. Ξεσπάω σε λυγμούς χωρίς να κινούμαι. Στην προσπάθεια μου να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, καταλαβαίνω ότι κάποιος με πλησιάζει. Είναι αυτός. Δεν θέλω να τον αφήσω να έρθει κοντά μου. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος ή τέρας ή άγγελος ή χειρότερα, φαντασία μου. Κάνει ένα βήμα πίσω και κάθεται κάτω με τα πόδια σε σχήμα πεταλούδας. Δεν κλαίω πλέον με λυγμούς. Τα δάκρυα συνεχίζουν να τρέχουν.
    Μου μιλάει στην κοινή μας γλώσσα :
“Γιατί κουράζεις τον εαυτό σου με το να φοβάσαι; Ήσουν τόσην ώρα απέναντί μου και με κοίταζες. Με αγάπη με κοίταζες. Είχα όλη την εσωτερική παράνοια του κόσμου μέσα στην ψυχή μου, σχεδόν αυτοκτονούσα, κι εσύ ήσουν απέναντί μου με συμπόνοια. Θα μπορούσα να είμαι θυμωμένος που δεν έκανες την κίνηση να με πλησιάσεις, να με σταματήσεις. Παρ’ όλα αυτά όμως ήσουν εδώ. Μου έδωσες το φιλί της ζωής και τώρα πνίγεσαι με αναφιλητά. Ξέρω γιατί. Όλοι κουβαλάμε μέσα μας την ελπίδα ότι κάποιος θα μας προσέξει χωρίς να τον ταράξουμε. Θα νιώσουμε ευγνωμοσύνη που βρέθηκε ένας άνθρωπος να αναγνωρίζει ότι δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε. Μόνο το μίσος μας απομακρύνει. Έλα σήκω, σκούπισε τα μάτια σου και θα σε πάω στο σπίτι σου.”
   

Δεν έβγαλα άχνα. Η καλοσύνη γεννάει καλοσύνη, έτσι δεν λένε; Από εκείνη την στιγμή όλα άλλαξαν. Δεν υπάρχει καλύτερο φινάλε από το να ξεπερνάς τις αμφιβολίες.



Facebook Comments
Χρυσάνθη Καραδεμιρτζόγλου

Γεννημένη στο μικρό Μόντε Κάρλο της Ελλάδος (Καβάλα). Πιστεύω και μη, ότι έρχεται στο δρόμο μου το εξετάζω λεπτομερώς. Σκορπιός με ωροσκόπο Υδροχόο (άσχετο αλλά συγκεκριμένο) δεν πιστεύω στην τύχη.