Το μεθυσμένο καράβι – Αρθούρος Ρεμπώ

Μας φώτισες
Στείλε μπιλιετάκι
  • 2
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    2
    Shares
 

 

Καθώς κατέβαινα απαλά απ’ τα γαληνά ποτάμια,
Είδα πως αρρυμούλκητο, δίχως πλοηγούς κυλούσα:
Κραυγαστικοί Ερυθρόδερμοι τους είχαν στόχο βάλει,

 

Αφού τους κάρφωσαν γυμνούς σε παρδαλούς πασσάλους.

 

 
Το πλήρωμά μου ολόκληρο παντέρημο είχα αφήσει,

 

Στάρια της Φλάντρας φέρνοντας κι εγγλέζικα μπαμπάκια.

 

Όταν με τους πιλότους μου τελείωσε εκείνη η αντάρα,

 

Οι ποταμοί μ’ αφήσαν πια να κατεβώ όπου θέλω.
 
Μες στον τρελό τον παφλασμό των παλιρροιών, τον άλλο

 

Χειμώνα, πιο απειθάρχητο κι απ’ τα παιδιά, είχα τρέξει!

 

Κι όσα χερσόνησα άφησα στο δρόμο μου ποτέ τους

 

Δεν είχαν νιώσει σαματά πιο θριαμβικό από κείνο.
 
Η καταιγίδα ευλόγησε τους πελαγίσιους μου όρθρους.

 

Από φελό αλαφρότερον ορχήθηκα στο κύμα,

 

Αιώνιο, όπως λεν, παγιδευτή θυμάτων, δέκα νύχτες,

 

Χωρίς των φάρων τα χαζά να νοσταλγήσω μάτια.
 
Πιο αβρό παρ’ όσο στα παιδιά του άγουρου μήλου η σάρκα,

 

Το κύμα, πράσινο, έλουσε το ελάτινο σκαρί μου

 

Κι έπλυνε κάθε μου κηλίδα από κρασιά γαλάζια

 

Κι από εμετούς, σκορπίζοντας άγκυρες και τιμόνι.
 
Και μες στο ποίημα το πλατύ, από τότε, είμαι λουσμένο

 

Του πόντου, αφέψημα γλυκό από τους χυμούς των άστρων,

 

Πίνοντας πράσινο γλαυκό, όπου, ωχρό κι έκθαμβο σκάφος,

 

Ένας πνιγμένος, κάποτε, κυλάει συλλογισμένος,
 
Όπου, την όψη αλλάζοντας των γαλανών χρωμάτων,

 

Τρέλα, ρυθμοί απαλοί κι αργοί κάτω απ’ το φως της μέρας,

 

Πιο δυνατά και από το αλκοόλ και πιο πλατιά απ’ τις λύρες

 

Του έρωτα υπόκωφα οι πικρές πυκνάδες αναβράζουν.
 
Ξέρω ουρανούς που σ’ αστραπές σκίζονται, και σιφούνια,

 

Ρέματα κι αντιμάμαλα· ξέρω το βράδυ ακόμη,

 

Την οιστρωμένη χαραυγή, λαό από περιστέρια,

 

Και κάποτε είδα ό,τι ο άνθρωπος φαντάστηκε πως είδε.
 
Είδα τη δύση εγώ στιχτή από μυστική μια φρίκη,

 

Κρυσταλλοπέδια απέραντα, μενεξελιά ν’ αυγάζει,

 

Τα κύματα, όμοια με ηθοποιούς δραμάτων παναρχαίων,

 

Τα νουφαρένια ρίγη τους μακριά ν’ αργοκυλούνε.
 
Την πράσινη ονειρεύτηκα νύχτα με τα ένθεα χιόνια,

 

Φιλιά που ωψώνονται νωθρά στων θαλασσών τα μάτια,

 

Το ρόισμα των ανάκουστων χυμών φυτών και δέντρων

 

Και τ’ ωχρογάλαζο όρθρισμα μελωδικών φψσφόρων.
 
Μήνες εγώ ακολούθησα το καραντί, παρόμοιο

 

Μ’ ένα βουστάσιο υστερικό, να σπάει μπροστά στις ξέρες,

 

Ξεχνώντας πως τα διάφωτα των Μαριών τα πόδια

 

Μπορούν των δύσπνοων Ωκεανών τα ρύγχη να δαμάσουν.
 
Έπεσα απάνω, ξέρετε, σ’ απίστευτες Φλωρίδες,

 

Που άνθη και μάτια πάνθηρων σμίγουν, δέρματα ανθρώπων

 

Κι ουράνια τόξα, τανυστά σα χαλινάρια, επάνω

 

Από τους πόντους, σε γλαυκά, φανταστικά κοπάδια.
 
Είδα, τεράστια κιούρτα, εγώ, τους βάλτους ν’ αναβράζουν,

 

Όπου, στα σκοίνα ανάμεσα, σαπίζει ένας Λεβιάθαν,

 

Κατρακυλίσματα νερών σ’ ώρες απνοίας κι ακόμη

 

Τα ουράνια μες στα βάραθρα, στο βάθος να κυλούνε!
 
Πάγους, πυρόχροους ουρανούς, νερά μαργάρινα, ήλιους

 

Λευκούς, ναυάγια φρικαλέα μες σε βαθύχροους κόλπους,

 

Όπου γιγάντινα ερπετά, λεία των κοριών, κυλούνε

 

Βαριά με μαύρα αρώματα από τα στρεβλά τα δέντρα.
 
Θέλω να δείξω στους μικρούς ετούτες τις χρυσόφες,

 

Τα ψάρια ετούτα τα χρυσά που τραγουδούν στο κύμα.

 

Άνθινοι αφροί ευλογήσανε τα κλυδωνίσματά μου

 

Κι ανείπωτοι άνεμοι φτερά πολλές φορές μου εδώσαν.
 
Κάποτε ο πόντος, μάρτυρας κατάκοπος των πόλων,

 

Που οι στεναγμοί του απάλυναν το σάλο μου, σε μένα

 

Τα ωχρά του τ’ άνθη ανέβαζε με τις χλωμές του θέρμες,

 

Και σα γυναίκα απόμενα γονατιστή σε μια άκρη,
 
Χερσόνησος που επάνω της την κόπρο ταλαντεύει

 

Και τους καυγάδες κρωκτικών, χρυσόφθαλμων ορνέων.

 

Κι αρμένιζα ώσπου, ανάμεσα από τους λεπτούς αρμούς μου,

 

Κάποιοι πνιγμένοι ανάστροφα να κοιμηθούν οδεύαν.
 
Έτσι εγώ, κάτω απ’ τα μαλλιά των όρμων, πλοίο χαμένο,

 

Που έχει ο τυφώνας σε ουρανούς χωρίς πουλιά εξορίσει,

 

Εγώ που οι νέοι Μονίτορες και τ’ άρμενα της Χάνσας

 

Το μεθυσμένο απ’ το νερό δε θά ’βρουν σκελετό μου,
 
Ελεύθερο, καπνίζοντας, ζωστό από μπλάβες πάχνες,

 

Εγώ που ελόγχιζα το χάος, πορφυρωμένο τοίχο,

 

Όπου, θεσπέσιο γλύκισμα των αγαθών ποιητών σας,

 

Λειχήνες του ήλιου απλώνονται και μύξες του γαλάζιου,
 
Εγώ που αρμένιζα, στιχτό από ηλεκτρικά φεγγάρια,

 

Τρελή σανίδα που η τεφρή συνόδευε ιπποκάμπη,

 

Όταν οι Ιούλιοι εγκρέμιζαν με ρόπαλα τους θόλους

 

Των υπερπόντιων ουρανών με τα πυρά χωνιά τους,
 
Εγώ που έτρεμα νιώθοντας μακριά να μουκανίζει

 

Των Βεχεμότων ο οργασμός και των πυκνών Μελστρόμων,

 

Κλώστης αέναος των γλαυκών ακινησιών του απείρου,

 

Ω! την Ευρώπη νοσταλγώ με τα παμπάλαια τείχη!
 
Είδα αρχιπέλαγα αστρικά κι είδα νησιά εγώ πλήθος,

 

Που οι ουρανοί τους οι έξαλλοι είναι ανοιχτοί στο ναύτη.

 

Σε τέτοιες νύχτες άσωστες κοιμάστε, εξορισμένα,

 

Άπειρα εσείς χρυσά πουλιά, ω μελλοντική Ευρωστία;
 
Μα έκλαψα, αλήθεια, εγώ πολύ. Οι αυγές φαρμάκι στάζουν.

 

Κάθε φεγγάρι είναι στυγνό κι είναι πικρός κάθε ήλιος.

 

Ο έρωτας μ’ έχει, ο αψύς, βαθιά, μεθυστικά ναρκώσει.

 

Ω! ας έσπαζε ηκαρίνα μου! Ω! στο βυθό ας κυλούσα!
 
Αν της Ευρώπης τα νερά ζηλεύω, είναι ένα τέλμα

 

Μαύρο και κρύο, όπου ένα παιδί γονατιστό, γεμάτο

 

Θλίψη, ένα βράδυ ευωδιαστό κάποιο καράβι αφήνει

 

Σα χρυσαλλίδα, τρυφερό, του Μάη ν’ αργοκυλήσει.
 
Δε μπορώ πιά, λουσμένο απ’ τη ραθυμία σου, ω κύμα,

 

Να παραβγώ τα φορτηγά που κουβαλούν μπαμπάκι,

 

Κι ούτε σημάτων και σημαιών την οίηση να διασχίσω

 

Και κάτω απ’ τ’ άγρια να διαβώ των γεφυρών τα μάτια!
 
 
 

 

Μετάφραση: Καίσαρ Εμμανουήλ.
Από το βιβλίο: Καίσαρ Εμμανουήλ, «Μεταφράσεις», Πρόσπερος, Αθήνα 1981, σελ. 73-75.
 
 
 
 
Το βίντεο είναι από το Ωδείο Ηρώδου Αττικού - Βραδιά Ποίησης 1991
Απαγγέλλει με μοναδικό τρόπο η Φανί Αρντάν.

 

 
  •  
    2
    Shares
  • 2
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •