Χρίστος Τσολάκης – Uso Massalia και ούζο Τυρνάβου

Μας φώτισες
Στείλε μπιλιετάκι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

…για τις σημασιολογικές μεταβολές των λέξεων.

Λέγαμε ότι η κάθε λέξη, ενώ μπαίνει στη ζωή της γλώσσας με μια σημασία, σιγά σιγά με τη χρήση και με την πάροδο του χρόνου αποκτά και άλλες σημασίες συναφείς/συγγενικές συνήθως προς την αρχική. Τα κοινωνικά περιστατικά, τις συνθήκες επικοινωνίας που αλλάζουν τις σημασίες των λέξεων, λέγαμε, άλλοτε τα γνωρίζουμε ή τα βρίσκουμε με σχετική ευκολία και άλλοτε όχι.

Για να τα κάνουμε αυτά κατανοητά, αναφερθήκαμε, θυμάστε, σε δύο λέξεις, στη λέξη Κρητικός (αυτός που κατάγεται από την Κρήτη) και στη λέξη ούζο. Την πρώτη την επικαλεστήκαμε ως δείγμα λέξης της οποίας τη σημασιολογική αλλαγή την ερμηνεύουμε εύκολα με ιστορικά δεδομένα, ενώ τη λέξη ούζο την αναφέραμε ως δείγμα λέξης που δύσκολα ανιχνεύεται η σημασιολογική της αλλαγή. Η λέξη ούζο αρχικά δεν σήμαινε το γνωστό ποτό. Είχε άλλη σημασία. Ποια; θα το δούμε πιο κάτω.

Πάντως τους λόγους που μετέβαλαν τη σημασία αυτής της λέξης δεν θα τους ξέραμε, αν δεν μας τους έκανε γνωστούς ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, ο οποίος με τη σειρά του τους γνώρισε από το συμπολίτη του δάσκαλο Δημήτριο Αξενίδη. Κατάγονταν και οι δύο από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας, όπου και άλλαξε σημασία η λέξη. Κι αυτό ήταν μια σύμπτωση, αλλά και μια ευτυχής συγκυρία και μια τύχη καλή για τη γλωσσολογία.

 

Ποια, λοιπόν, ήταν η αρχική σημασία της λέξης ούζο και πώς άλλαξε;

Ας αφήσουμε τον Τζάρτζανο να μας το πει. Είναι εξάλλου δική του η ανακάλυψη. Γράφει:

«Όλοι, βέβαια, σήμερα, φτωχοί και πλούσιοι, ταπεινοί και αριστοκράτες, πίνουν το ουζάκι τους, και το ούζο είναι πια το αγαπημένο ποτό σε κυρίους και κυρίες, σε νέους και δεσποινίδες, και σερβίρεται όχι μόνο στα λαϊκά ποτοπωλεία ή στα φτωχικά σπίτια, παρά και στα πλουτοκρατικά σαλόνια και τα αριστοκρατικά κέντρα. Αμφιβάλλω, όμως, αν έξω από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας, που είναι η πατρίδα του ούζου και του ονόματος του, θα υπάρχει κανείς, που να γνωρίζει πόθεν έλαβε, το τόσο αγαπημένο τώρα στους πολλούς αυτό ποτό το όνομά του, ή —-το σπουδαιότερο— αν υπάρχει κανείς που να ημπορή να μαντεύση, τι σχέσιν έχει το όνομα του ούζου με το πράγμα, που σημαίνει αυτή η λέξις.

Και στον Τύρναβο ακόμη, λίγοι είναι τώρα που γνωρίζουν αυτήν την ιστορία, που θα εκθέσωμε παρακάτω, σχετικώς με την ονομασία του ούζου, γιατί βέβαια ο πολύς κόσμος λίγο σκοτίζεται με τις ονομασίες των πραγμάτων και με των λέξεων τις ιστορίες.

Ας γυρίσωμε λοιπόν καμιά πενηνταριά χρόνια και κάτι ακόμα πίσω και ας πάμε στη θεσσαλική κωμόπολη, στην πατρίδα του ούζου, τότε κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας της Θεσσαλίας.

Όπως τώρα, έτσι και τότε, εκτός από κρασιά, κατασκεύαζαν εκεί και οινόπνευμα από τα τσίπουρα (ήτοι τα στέμφυλα) των σταφυλιών, τα οποία τα έβραζαν με ανάλογη ποσότητα νερού ή με κανένα χαλασμένο κρασί. Το απόσταγμα που έβγαινε από αυτό το βράσιμο, το έλεγαν και το λένε σούμμα ή χάμ(ι)κο. Το χάμικο αυτό δεν πίνεται, γιατί μυρίζει φοβερά και καίει πολύ. Γι’ αυτό το αποστάζουν και δεύτερη φορά, αφού προσθέσουν μέσα, όταν το βάζουν να ξαναβράσει, γλυκάνισο, αλάτι και λίγα κάρβουνα με κρεμμύδια, σε ανάλογη ποσότητα το καθένα.

Απ’ αυτά όλα προέρχεται το τσίπουρο ή ρακί, το οποίον πίνεται ευχάριστα. Αν τώρα το τσίπουρο αυτό ματαβρασθή με λίγη μαστίχα μέσα και ζάχαρη, και έτσι γίνει τρίτη απόσταξις, βγαίνει τότε μια καλύτερη ποιότητα οινοπνεύματος αυτού του είδους, αυτό που λένε τώρα ούζο, το οποίον όμως τον παλαιόν καιρό, φαίνεται, το έλεγαν «ρακί ματαβρασμένο», όπως ημπορεί να συμπεράνη κανείς από κάποιο παλαιό τουρναβίτικο δημοτικό τραγούδι:

Να φαν τα λάφια μάλαθρο, κι οι μούλες το τριφύλλι κι ο νιός να πιη παλιό κρασί, ρακί ματαβρασμένο.

Το «ματαβρασμένο ρακί» αυτό ονομάστηκε ούζο μόλις κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στον Τύρναβο και στη Θεσσαλία (1878-1881) από την εξής αφορμή:

Βρισκόταν τότε στον Τύρναβο ένας στρατιωτικός γιατρός του τουρκικού στρατού, Αρμένιος, ονομαζόμενος Σταυράκ-μπέης, ο οποίος είχε μεγάλη φιλία με δυο προκρίτους Τουρναβίτες, τον Αντώνιον Μακρήν, υφασματέμπορον, και τον Δημήτριον Δουμενικιώτην, παντοπώλην και ποτοποιόν, και η παρέα αυτή των τριών φίλων τακτικά μεσημέρι και βράδυ έπαιρνε το ορεκτικό της, το ματαβρασμένο ρακί, το σημερινό ούζο σα να λέμε.

Ο Σταυράκ-μπέης, επειδή, φαίνεται, είχε ιδιαίτερη αγάπη στο ποτό αυτό, επήγε κάποτε εις το εργοστάσιο του Δημήτρη Δουμενικιώτη και εκεί επί τόπου, όπως λέμε, του συνέστησε να προσθέση και κάποια άλλη ουσία, για να βγη ρακί σε καλύτερη ποιότητα. Και πράγματι, όταν έγινε η απόσταξις σύμφωνα με τη συμβουλή του γιατρού και επήγαν οι τρεις φίλοι να δοκιμάσουν το απόσταγμα της ημέρας εκείνης, ο Αντώνιος Μακρής πρώτος, μόλις το εδοκίμασε, υπερευχαριστήθηκε και ανεφώνησε:

«Μωρέ, τι είναι αυτό; Αυτό είναι ούζο Μασσαλίας!»

Και έτσι από τότε εβγήκε το όνομα του ούζου.

 

Αλλά τώρα θα ρωτήση κανείς τι ήθελε να πη ο μακαρίτης Αντώνιος Μακρής, ο νοννός του ούζου, με τις λέξεις «ούζο Μασσαλίας», από τις οποίες έμεινε κατόπιν η λέξις ούζο ως ονομασία του ματαβρασμένου ρακιού καλής ποιότητος;

Στον Τύρναβο γίνεται ανέκαθεν και καλλιέργεια μεταξοσκωλήκων και παράγονται κάθε χρόνο κουκούλια σε μεγάλη ποσότητα. Από τα κουκούλια λοιπόν αυτά, τα εκλεκτότερα μπαλαρίζονταν τα χρόνια εκείνα σε ιδιαίτερες μπάλες και στέλνονταν στο Βόλο για την Ευρώπη, με την επιγραφή uso Massalia, ήτοι «προς χρήσιν της Μασσαλίας».

Εσήμαινε δηλαδή η φράση αυτή (uso Massalia) στο εμπόριο των κουκουλιών την εκλεκτή ποιότητα και αυτό ήθελε να πη ο μακαρίτης Μακρής με την αναφώνησή του, χωρίς να το φαντάζεται βέβαια τότε, ότι γινόταν δημιουργός μιας λέξεως, που χαρακτηρίζει τώρα μια ιδιαίτερη βιομηχανία οινοπνεύματος και που είναι σήμερα σε κάθε μικρή και μεγάλη πόλη της Ελλάδος στα στόματα όλων, και φιγουράρει σε επιγραφές μαγαζιών και καταστημάτων, και από την οποία επλάσθηκε τέλος και αρσενικό όνομα ο ούζος, για να χαρακτηρίζεται εκείνος που κάνει κατάχρηση στην ουζοποσία»1.

Έτσι η λέξη ούζο άλλαξε σημασία. Σήμαινε χρήση στα λατινικά: utor, είπαμε το ρήμα (χρησιμοποιώ η σημασία του), utor-usus sum· uti, οί αρχικοί του χρόνοι,usus-us(=χρήση), και σημαίνει τώρα, αφού απόκτησε νέα σημασία εξαιτίας εκείνου του τυχαίου περιστατικού, που μας αφηγήθηκε ο Τζάρτζανος, αυτό που ξέρουμε όλοι, το ουζάκι, ελληνικότατο ποτό. Αλλά και η λέξη δεν νομίζετε ότι έγινε πια κι εκείνη ελληνική; Πλούτισε και τη γλώσσα μας και το κέφι μας. Θυμηθείτε και τις λέξεις: ουζοποσία, ουζερί, ουζάδικο, ουζοπότης, ουζοπωλείο, ουζοπώλης και ό, τι άλλο. Ο λαός το έκανε, με την ευκολία που τον διακρίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, και θηλυκό: η ούζα:

—Τραβήξαμε κάτι ούζες…

ακούμε πότε πότε. Πολύ λαϊκό, θα μου πείτε. Σύμφωνοι. Είναι, όμως, ελληνικό. Είναι μια απόχρωση του λόγου μας κι αυτή. Μια ποικιλία. Είπαμε: τίποτε δεν πετούμε από τη γλώσσα. Ύστερα το κέφι και το ούζο δεν κάνουν διακρίσεις ούτε εθνικότητας, ούτε γλωσσικής διαφορότητας. Μάλλον ενώνουν τους ανθρώπους.

 “Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική” εκδ. Νησίδες

Πηγή

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •