Η αληθινή Πειραιώτικη ιστορία μιας ελληνικής ταινίας

Τα σπάει

Το 1969 ανεβαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες μια ελληνική ταινία με πρωταγωνιστή τον Κώστα Κακκαβά, που έχει τίτλο «Θέλω πίσω το παιδί μου». Η συγκεκριμένη ταινία ανήκει στον κύκλο των λεγομένων δραματικών ταινιών, που μεταπολεμικά γυρίζονταν σε μεγάλο αριθμό και που είχαν σημαντική απήχηση σε τμήμα του ελληνικού λαού.

Σήμερα πολλές από αυτές τις ταινίες θεωρούνται ή κρίνονται λανθασμένα ως υπερβολικές, καθώς σε πολλούς φαίνεται ότι τα σενάριά τους αγγίζουν τα όρια της υπερβολής όσον αφορά στη δραματικότητά τους. Ωστόσο θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα περισσότερα σενάρια των ταινιών αυτού του είδους, στηρίζονταν πάνω σε αληθινά περιστατικά, επρόκειτο δηλαδή για ιστορίες που μεταπολεμικά απασχόλησαν την κοινή γνώμη.

Η μεταπολεμική Ελλάδα, είχε πολλές δραματικές ιστορίες να αφηγηθεί προερχόμενες από τα δεινά του πολέμου και της κατοχής. Πρώτη θέση σε τέτοιου είδους ιστορίες κατείχε ο Πειραιάς ο οποίος υπήρξε η περισσότερο από όλους βομβαρδισμένη πόλη την περίοδο του πολέμου.

Η ταινία με τίτλο «Θέλω πίσω το παιδί μου» στηρίχθηκε σε μια ιστορία που είχε συνταράξει την κοινή γνώμη αλλά και την κοινωνία του Πειραιά. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς του Πειραιά κατά την περίοδο της κατοχής, μια μητέρα τρέχοντας με το παιδί στην αγκαλιά της αναζητώντας ένα ασφαλές καταφύγιο προστασίας, τραυματίζεται, χάνει τις αισθήσεις της και αφήνει το παιδί της εν μέσω βομβαρδισμού στον δρόμο.

Μια άγνωστη διερχόμενη γυναίκα βλέποντας τη μητέρα ξαπλωμένη κάτω στον δρόμο, νομίζει ότι είναι νεκρή. Παίρνει το παιδί μαζί της και το θέτει υπό την προστασία της μαζί με το δικό της παιδί. Το μεγαλώνει διαιρώντας ουσιαστικά τη φτώχεια της στα τρία, αφού επρόκειτο για μια γυναίκα πάμπτωχη που αγωνιζόταν καθημερινώς για την επιβίωσή της. Για να τα καταφέρει η δύσμοιρη εκείνη φτωχή γυναίκα, φτάνει στο σημείο να γυρίζει μαζί με τα δύο μικρά παιδιά, από πόλη σε πόλη δίνοντας παραστάσεις κουκλοθέατρου για να τους εξασφαλίσει το φαγητό τους. Οι δουλείες όμως δεν πηγαίνουν καλά, και η γυναίκα φτάνει να μένει για μέρες νηστική η ίδια προκειμένου να ταΐζει τα δύο παιδιά που έχει υπό την προστασία της.

Στις περιπλανήσεις της συναντάει ένα ζευγάρι Ελληνοαμερικανών που ζητούν να τους δώσει το ένα από τα δύο παιδιά για να το υιοθετήσουν καθώς τυγχάνουν άτεκνοι. Της τάζουν ένα σημαντικό ποσό ως αμοιβή της υιοθεσίας. Η γυναίκα προκειμένου να εξασφαλίσει τόσο στο παιδί που περιμάζεψε μια καλύτερη μοίρα, όσο και να προστατεύσει το δικό της παιδί αφού είχε φτάσει στα όρια της πείνας δέχεται την προσφορά. Το βομβόπληκτο Πειραιωτόπουλο πραγματικά υιοθετείται και ακολουθεί τους νέους του γονείς στις Η.Π.Α.

Τα χρόνια περνούν ενώ η τραυματισμένη μητέρα από τον βομβαρδισμό εκείνο της κατοχής δεν έχει σταματήσει ποτέ την αναζήτηση του χαμένου της παιδιού. Με τη παρότρυνση του τυφλού άνδρα της ο οποίος είχε επιστρέψει σε αυτή την κατάσταση αφού είχε βρεθεί αιχμάλωτος σε ναζιστικό στρατόπεδο στη Γερμανία, ξεκινά μια εκτεταμένου μεγέθους επιχείρηση, με τη βοήθεια ιδιωτικού ερευνητή προκειμένου να βρουν ή να μάθουν για το παιδί τους. Ύστερα από πολλές έρευνες το παιδί βρίσκεται και η υπόθεση καταλήγει στα δικαστήρια όπου γίνεται ένας δραματικός αγώνας που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, για το ποιος θα κρατήσει το παιδί.

Η ιστορία διχάζει και απασχολεί την πειραϊκή μεταπολεμική κοινωνία, καθώς ήταν δεκάδες εκατοντάδες οι περιπτώσεις των βομβοπλήκτων παιδιών που κατέληξαν σε υιοθεσία στο εξωτερικό, σε ιδρύματα ή παιδιά των οποίων η μοίρα ήταν άγνωστη για τους γονείς τους που τα αναζητούν για πολλά χρόνια. Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1980 (!) συνέχιζε τις μεσημεριανές ώρες να ανακοινώνει από τους κρατικούς ραδιοσταθμούς, τα γνωστά εκείνα στους μεγαλύτερους στην ηλικία «δελτία αναζητήσεων», με τα οποία εκατοντάδες γονείς βομβοπλήκτων παιδιών, ήλπιζαν κάποιοι να αφουγκραστούν την αγωνία τους και να τους δώσουν κάποιες πληροφορίες για την τύχη των χαμένων τους παιδιών.

Νοέμβριος 1944 – Διαμαρτυρία βομβοπλήκτων Πειραιωτών στην οδό Σταδίου στην Αθήνα (Φωτογραφία από D. Kessel)

Ο Νέστορας Μάτσας παρέλαβε το θέμα της πολύκροτης δίκης της εποχής του, το τροποποίησε και το προσάρμοσε στις κινηματογραφικές ανάγκες που απαιτούσε ένα σενάριο ταινίας. Ωστόσο από εισπρακτικής πλευράς η ταινία απέτυχε. Βρισκόμαστε στο 1969 όπου ο κόσμος έχει ορθοποδήσει, οι καταστροφές του πολέμου έχουν αποκατασταθεί. Η ελληνική κοινωνία έχει πλέον αλλάξει. Αφήνει πίσω της τις πληγές της κατοχής παρότι πολλές από αυτές συνεχίζουν να πονάνε. Οι αλλοτινές εισπρακτικές επιτυχίες αληθινών ιστοριών που γίνονται ταινίες, κόβουν πλέον ελάχιστα εισιτήρια. Παρότι επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος τίτλος «Θέλω πίσω το παιδί μου» ώστε να καλύπτει τις εκατοντάδες περιπτώσεις των βομβοπλήκτων παιδιών που αναζητούνταν, η ταινία δεν «έπιασε» και αυτό οφειλόταν στην κοινωνική μεταστροφή που αναφέραμε.

Νέα προσπάθεια έγινε, μετά την κυκλοφορία της ταινίας, με αλλαγή του τίτλου της ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον του κόσμου, καθώς θεωρήθηκε ότι το κοινό θα προσερχόταν στις αίθουσες αν καταλάβαινε ότι το σενάριο της ταινίας αναφερόταν στη δίκη που διεξαγόταν τότε και που απασχολούσε την κοινή γνώμη. Έτσι ο τίτλος άλλαξε και έγινε «Η μεγάλη Δίκη» χωρίς ωστόσο και πάλι να αλλάξει κάτι από εισπρακτικής πλευράς.

Οι περιπτώσεις μικρών βομβοπλήκτων Πειραιωτών είναι πολλές. Κάθε μια από αυτές θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της μια ξεχωριστή σπουδαία ιστορία. Άλλες έχουν αίσιο τέλος και άλλες όχι. Είναι γεγονός ότι κάθε βομβαρδισμό του Πειραιά την περίοδο της κατοχής, ακολουθούσε ένας αριθμός ανακοινώσεων στο κατοχικό τύπο, με θέμα την ανεύρεση ή την αναζήτηση κάποιου χαμένου και περιφερόμενου παιδιού.

Σχετική η ανακοίνωση που δημοσιεύεται την 21η Ιουνίου του 1941, με την οποία γίνεται γνωστή η εύρεση ενός μικρού Πειραιώτη (πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης). Επρόκειτο για τον Ανδρέα που έμενε στον Πειραιά και που συνεπεία ενός βομβαρδισμού από τον οποίο καταστράφηκε το σπίτι του –άγνωστο τι συνέβη στους γονείς του- βρέθηκε να περιφέρεται στην Καισαριανή. Οδηγείται στο Τμήμα Αμέσου Περιθάλψεως του Πατριωτικού Ιδρύματος το οποίο εκδίδει τη σχετική αναζήτηση. Δεκάδες τέτοιες οι αναζητήσεις σε όλη την περίοδο του πολέμου. Αληθινά πόσα από τα χαμένα Πειραιωτόπουλα βρέθηκαν, πόσα επέστρεψαν και πόσα υιοθετήθηκαν; Δυστυχώς η δυστυχία και η ορφάνια αποτέλεσε για τον Πειραιά ένα στατιστικό μέγεθος που ουδέποτε μετρήθηκε.

του Στέφανου Μίλεση
http://pireorama.blogspot.gr