Η ιστορία πίσω από ένα ποίημα: Ο τραγικός έρωτας του ποιητή Αχιλλέα Παράσχου και της Μαρίας Σεραφείμ.

Μας φώτισες

Εκείνος, ήταν ο Αχιλλέας Παράσχος, ένας από τους δημοφιλείς ποιητές της εποχής. Εκείνη, η Μαρία, Αμαλία Σεραφείμ, κόρη αρχοντικής, αθηναϊκής οικογένειας. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε τυχαία και άνθισε από απόσταση, καθώς τα αυστηρά συντηρητικά ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν ούτε τις στοιχειώδεις διαχύσεις. Ήταν ένας έρωτας βαθύς, αγνός, που όμως θα έπεφτε θύμα των αυστηρών ηθών που επικρατούσαν στα μέσα του 19ου αιώνα.
 
Χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια από την πρώτη τους συνάντηση, ώστε ο Παράσχος και η Μαρία Σεραφείμ να κατορθώσουν να συναντηθούν για δεύτερη φορά από κοντά, αν και ερωτευμένοι μεταξύ τους όλο αυτό το διάστημα. Συνέχισαν να βλέπονται συχνά, χωρίς ο ποιητής να πιάσει ποτέ τα δάχτυλα έστω της νεαρής κοπέλας. Η εποχή δεν το επέτρεπε... 
 
Κι όμως, όταν η τόσο αγνή αυτή σχέση έγινε γνωστή, οι γονείς της Μαρίας την έκλεισαν στο σπίτι απαγορεύοντάς της να ξαναδεί τον Αχιλλέα. Μάλιστα, ο πατέρας της Μαρίας Σεραφείμ την ανάγκασε να γράψει γράμμα στον Παράσχο με το οποίο του δήλωνε ότι δήθεν δεν τον αγαπούσε πια και άρα εκείνος ήταν ελεύθερος να γνωρίσει άλλη γυναίκα. Η κόρη υπάκουσε με δάκρυα στα μάτια. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. 
 
Όταν ο Αχιλλέας Παράσχος έλαβε το γράμμα, έμεινε εμβρόντητος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι η κοπέλα, που ο ίδιος είχε αγαπήσει βαθιά, δεν αισθανόταν το ίδιο. Πλανεμένος από την ψεύτικη εντύπωση του γράμματος, εξωτερίκευσε όλο του το θυμό σ' ένα ποίημα, με το οποίο έβριζε τη Μαρία, την οποία και αποκαλούσε "εξωμότη", "αχάριστη" και "Φρύνη". Το ποίημα εκείνο είχε τίτλο "5 απριλίου", καθώς γράφτηκε στις 5 Απριλίου 1865.
 
Ο Αχιλλέας έστειλε το ποίημα στη Μαρία, η οποία όμως δεν μπορούσε να του απαντήσει και τελικά αρρώστησε από τον καημό της. Θα ακολουθούσαν και άλλα ποιήματα οργισμένα:
Μίαν αυγήν εγείρεται ψυχρά καθώς η λήθη,
Και γράφει: "Είσ' ελεύθερος, λησμόνει με και ζήθι!
 
Στο μεταξύ, ο πατέρας της Μαρίας φρόντισε να βρει έναν κατάλληλο αρραβωνιαστικό για την κόρη του. Μια μέρα, τον έφερε στο σπίτι της οικογένειας ενημερώνοντας ότι την επομένη θα  γίνονταν οι αρραβώνες. Εκείνη δεν μπορούσε να αρνηθεί, παρότι ήταν ακόμη βαθιά ερωτευμένη με τον Παράσχο. Η εποχή δεν σήκωνε συναισθηματικές επαναστάσεις ερωτευμένων κοριτσιών. 
 
Έτσι, λοιπόν, την επόμενη μέρα έγιναν οι αρραβώνες. Πολύς κόσμος παρευρέθηκε στην τελετή των αρρβώνων, που πραγματοποιήθηκε στην οικία της οικογένειας Σεραφείμ. Η Μαρία φαινόταν χαρούμενη και ομιλητική σαν να είχε αποδεχθεί τη μοίρα της. Μετά την τελετή, παρατέθηκε γεύμα. Την ώρα που ο πατέρας της Μαρίας ευχόταν κάθε ευτυχία στην κόρη του και στο μέλλοντα γαμπρό του, συνέβη το αναπάντεχο. Η Μαρία σηκώθηκε όρθια και άρχισε να γελά ασταμάτητα, νευρικά, ώσπου στο τέλος λιποθύμησε. Αυτό ήταν. Η Μαρία Σεραφείμ είχε χάσει τα λογικά της.
 
Πέρασαν τα χρόνια, ο Αχιλλέας Παράσχος γνώρισε τη σύζυγό του Κλειώ, με την οποία θα έμενε παντρεμένος μέχρι το θάνατό του τον Ιανουάριο του 1895, ενώ μαζί της θα αποκτούσε και δύο παιδιά (πέραν των δύο παιδιών που είχε η Κλειώ ως χήρα από το πρώτο της γάμο, τα οποία ο Παράσχος ανέθρεψε σαν δικά του). Κάποτε, ο ποιητής διορίστηκε υποπρόξενος στο Ταϊγάνι της Ρωσίας. Προτού όμως αναχωρήσει για τη ρωσική πρωτεύουσα, ένιωσε την ανάγκη να επισκεφτεί τη Μαρία Σεραφείμ, που επί πολλά χρόνια νοσηλευόταν το φρενοκομείο της Κέρκυρας. 
 
Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες
του Παράσχου, έξι μήνες πριν το θάνατό του
 
"Θέλω να την δω, πριν πεθάνει. Θέλω να της ζητήσω συγγνώμη", εξομολογήθηκε στη σύζυγό του Κλειώ, μετανιωμένος για εκείνο το σκληρό ποίημα που είχε γράψει κάποτε, όταν πίστεψε ότι η Μαρία δεν τον αγαπούσε αληθινά. Η Κλειώ, που γνώριζε από την αρχή τον έρωτα του Αχιλλέα με τη Μαρία Σεραφείμ, έναν έρωτα για τον οποίο μιλούσε όλη η κοσμική Αθήνα της εποχής, δεν έφερε αντίρρηση. 
 
Έτσι, ο Αχιλλέας πήγε στην Κέρκυρα. Εκεί ζήτησε τη Μαρία και βρήκε μια γυναίκα γερασμένη, ξεμαλλιασμένη και ακάθαρτη, καμία σχέση δεν είχε με την εικόνα που διατηρούσε στην ανάμνησή του όλα αυτά τα χρόνια. "Μαρία!" της φώναξε, όμως εκείνη τον κοιτούσε περίεργα χωρίς να του πει μια λέξη. Το θολωμένο της μυαλό δεν την άφηνε ν' αναγνωρίσει τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Ένας χρόνος πέρασε από τότε και μια μέρα έγινε γνωστό ότι η Μαρία Σεραφείμ πέθανε στο φρενοκομείο της Κέρκυρας. 
 
"Η Μαρία υπήρξε για μένα πάντα μια εξαιρετική συμπάθεια" θα ομολογούσε η Κλειώ Παράσχου σε συνέντευξή της το 1929 με αφορμή τα αποκαλυπτήρια της προτομής του ποιητή συζύγου της, που όμως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πατρίς λίγες μέρες μετά το θάνατό της τον Οκτώβριο του 1930 σε ηλικία 90 ετών. "Την αγαπούσα πολύ, διότι αγάπησε, πριν από μένα, τον Αχιλλέα. Και όταν εκείνη πέθανε, εγώ κι ο άνδρας μου την κλάψαμε μαζί...".
 
Όταν η είδηση του θανάτου της Μαρίας Σεραφείμ έγινε γνωστή, ο Αχιλλέας Παράσχος βρήκε μια εικόνα της, κρυμμένη σ' ένα συρτάρι, και έγραψε το παρακάτω ποίημα προς τιμήν της.
 
Παρέλθωμεν, παρέλθωμεν εκ ταύτης της εικόνος,
Αν και το τραύμα προ πολλού επούλωσεν ο χρόνος.
Εκείνης είναι η εικών... Ταλαίπωρος νεάνις,
Πόσον σκληρά προς εαυτήν, πόσον σκληρά εφάνης.
Ω! αν το όμμα έκλειες πριν παύσ' η γοητεία,
Αν η Μαρία αληθής διέμενε Μαρία, 
Δεν θα επήρχετο ποτέ τόσον φρικώδες τέλος...
Συ η ιδία έπληξες τα στήθη σου με βέλος.
Τα στήθη; Όχι δυστυχής, δεν έπληξες εκείνα.
Φευ, του νοός σου έσβυσες την ιεράν ακτίνα.
Και τώρα, εις απαίσιον, ψυχρόν φρενοκομείον,
Εκπνέεις, σβύσασα λαμπάς και άνευ μύρου ίον.
Παρέλθωμεν, παρέλθωμεν εκ ταύτης της εικόνος,
Αν και το τραύμα προ πολλού επούλωσεν ο χρόνος.