Η τάξη των εμπόρων στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία-της Κυριακής Αδάλιαλη

Ιστοριοτρόπως
Στείλε μπιλιετάκι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

 

Η ρωμαϊκή κοινωνία χαρακτηριζόταν από ιεραρχική οργάνωση, με τους σκλάβους στη βάση, τους απελεύθερους  λίγο παραπάνω και τους γεννημένους ελεύθερους πολίτες στην κορυφή.

Οι ελεύθεροι πολίτες ταξινομούνταν με τη σειρά τους σε περαιτέρω κοινωνικές τάξεις. Η ευρύτερη και αρχαιότερη διαίρεση ήταν ανάμεσα στους πατρικίους, οι οποίοι ήταν απόγονοι κάποιου από τους 100 Πατριάρχες που ίδρυσαν την πόλη, και στους πληβείους, οι οποίοι δεν ήταν. Αυτό το κριτήριο έγινε λιγότερο σημαντικό προς το τέλος της δημοκρατικής περιόδου, καθώς ορισμένες οικογένειες πληβείων απέκτησαν πλούτη και ασχολήθηκαν με την πολιτική, ενώ κάποιες οικογένειες πατρικίων γνώρισαν δύσκολες μέρες.

Οποιοσδήποτε, πατρίκιος ή πληβείος, που διέθετε κάποιον ύπατο για πρόγονο άνηκε στους ευγενείς.

Κάποιος άνδρας που ήταν ο πρώτος από την `οικογένειά του που ανερχόταν στη θέση του ύπατου, όπως ο Μάριος και ο Κικέρων, ήταν γνωστός με την ονομασία «novus homo», δηλαδή «καινούριος άνθρωπος», μετατρέποντας τους απογόνους του σε ευγενείς.

Η καταγωγή από παλαιά οικογένεια πατρικίων, ωστόσο, ακόμη και τότε ήταν σημάδι ιδιαίτερου κύρους, και πολλά θρησκευτικά αξιώματα ήταν προσβάσιμα μοναχά στους πατρικίους.

Ένας ταξικός διαχωρισμός βασισμένος στη στρατιωτική θητεία απέκτησε με τον καιρό μεγαλύτερη σημασία. Ο καθορισμός των μελών των τάξεων αυτών γινόταν περιοδικά από τους Τιμητές, σύμφωνα με την προσωπική περιουσία.

Η πλουσιότερη τάξη ήταν αυτή των Συγκλητικών, η οποία κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή και διοικούσε το στρατό.

Ακολουθούσαν οι ιππείς, τάξη την οποία συγκροτούσαν αρχικά αυτοί που μπορούσαν να συντηρήσουν ένα πολεμικό άλογο, και οι οποίοι σχημάτισαν τελικά μια ισχυρή τάξη εμπόρων. Διάφοροι άλλοι διαχωρισμοί, ανάλογα με το είδος του στρατιωτικού εξοπλισμού που μπορούσε καθένας να αγοράσει, ακολουθούσαν. Στη βάση βρίσκονταν οι προλετάριοι, δηλαδή οι πολίτες χωρίς καμία περιουσία. Πριν τις μεταρρυθμίσεις του Μάριου, δεν μπορούσαν καν να καταταγούν στο στρατό, και περιγράφονταν συχνά ως ελάχιστα ανώτεροι των σκλάβων στην κοινωνική κλίμακα.

Στην αρχαία Ρώμη οι δούλοι αποτελούσαν τη βάση της κοινωνικής ιεραρχίας.

Από την κοινωνική τάξη εξαρτιόταν και το δικαίωμα ψήφου του καθενός. Οι πολίτες χωρίζονταν σε εκλογικές «φυλές», με αυτές των πλουσίων να αριθμούν λιγότερα μέλη από αυτές των φτωχών, και τους προλετάριους να συγκροτούν μια φυλή μόνοι τους. Η κατάθεση της ψήφου γινόταν ανά φυλή και σταματούσε μόλις σχηματιζόταν κάποια πλειοψηφία, έτσι ώστε οι φτωχότερες τάξεις συχνά δεν κατάφερναν καν να ρίξουν την ψήφο τους.

Οι κάτοικοι συμμαχικών ξένων πόλεων συχνά αποκτούσαν το Λατινικό Δικαίωμα (Latinitas), μια κατάσταση κάπου ανάμεσα σε αυτή των Ρωμαίων Πολιτών και σε αυτή των ξένων (peregrini). Οι άνθρωποι αυτοί είχαν κάποια δικαιώματα βάσει του ρωμαϊκού δικαίου, ενώ οι ηγέτες τους μπορούσαν να αποκτήσουν και το δικαίωμα του Ρωμαίου Πολίτη.

Παρόλο που υπήρχαν πολλά «επίπεδα» του Λατινικού Δικαιώματος, η κύρια διαίρεση ήταν ανάμεσα σε αυτούς «cum suffragio» (με δικαίωμα ψήφου, μέλη μιας φυλής στις ψηφοφορίες, που μπορούσαν να συμμετάσχουν στη Φυλετική Εκκλησία) και σε αυτούς «sine suffragio» (χωρίς δικαίωμα ψήφου, που δεν είχαν εκλογικά δικαιώματα).

Μερικές ιταλικές πόλεις που ήταν σύμμαχοι των Ρωμαίων απέκτησαν για τους κατοίκους τους το δικαίωμα του Ρωμαίου Πολίτη μετά τον Κοινωνικό Πόλεμο του (91-88 π. Χ.), ενώ το ίδιο δικαίωμα απέκτησαν όλοι οι γεννημένοι ελεύθεροι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρακάλλα το 212. Οι γυναίκες μοιράζονταν κάποια βασικά δικαιώματα της τάξης που άνηκαν οι άντρες τις οικογενείας τους, αλλά δεν θεωρούνταν πλήρως πολίτες κι έτσι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου ή συμμετοχής στα κοινά.

Οι συνέπειες των πόλεμων των Ρωμαίων και πως συνέβαλαν στην ανάδειξη της τάξεως των   εμπόρων

Ο πόλεμος πάντα θεωρούταν από του Ρωμαίους μεταξύ άλλων, σημαντική πηγή πλούτου υπό την μορφή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων, δούλων και γης. Οι πιθανότητες απόκτησης λαφύρων επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση των στρατιωτών να υπηρετήσουν, καθώς και οι στρατηγοί έπαιρναν μεγάλο μέρος των λαφύρων από τους πολέμους που διεξήγαν.

Η εισροή πλούτου στην Ρώμη με όλα αυτά τα είδη ξεκίνησε από τον Α’ καρχηδονιακό πόλεμο ( 261-241 π.χ.) προκαλώντας μεγάλες κοινωνικές αλλαγές στην ζωή των πλουσίων, αλλά και των υπολοίπων.

 Η μερίδα του λέοντος περιήλθε στα χέρια της ιθύνουσας, πλούσιας, τάξης, από την οποία αντλούνταν οι αξιωματικοί του στρατού. Εφόσον η γη αποτελούσε την μόνη δυνατή μορφή επένδυσης χρημάτων σε όλη την διάρκεια του αρχαίου κόσμου, αυτός ο πλούτος μετατράπηκε σε κτήματα.

Επιπλέον με τον Α’ Καρχηδονιακό πόλεμο αρχίζει και η άνοδος της τάξεως των ιππέων, οι όποιοι επωφελήθηκαν από τα συμβούλια που προσέφερε το κράτος για τις προμήθειες κατά την διάρκεια των πολέμων.

Κέρδιζαν σημαντικά ποσά χρημάτων τόσο από την εκτέλεση είσπραξης των φόρων σε μερικές από τις πρόσφατα προσαρτημένες επαρχίες της αυτοκρατορίας όσο και από τον δανεισμό. Εκτός από την Ρώμη, αυτή η τάξη άνθιζε σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας, όπου ήθελαν την ρωμαϊκή πολιτεία ως μέσον άσκησης πολιτικής επιρροής στην πρωτεύουσα.

Οι πόλεμοι στην Αφρική και στην Ανατολή προκάλεσαν ριζικές αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Ρώμης και της Ιταλίας. Όμως το Ρωμαϊκό πολίτευμα παρέμεινε άθικτο, και η Ρώμη ήταν ακόμη μια πόλη-κράτος που κυβερνιόταν από την αριστοκρατική τάξη, με κυριότερο όργανο την Σύγκλητο. Την Σύγκλητο την αποτελούσαν μέλη της Ρωμαϊκής αριστοκρατίας, οι πατρίκιοι, οι οποίοι ήταν μεγάλοι γαιοκτήμονες που διέθεταν τα οικονομικά μέσα ώστε να κυβερνήσουν το κράτος.

Αυτή η παλιά αριστοκρατία δέχτηκε σταδιακά στους κόλπους της τους πλουσιότερους και ικανότερους εκπροσώπους και ηγέτες των πληβείων. Έτσι δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη τάξη που εκπροσωπούσε την οικονομική ευμάρεια και την κοινωνική διάκριση.

Στους δύσκολους καιρούς με τους σχεδόν αδιάκοπους πολέμους οι Ρωμαίοι πολίτες ένοιωσαν την ανάγκη μιας ενιαίας και ισχυρής ηγεσίας. Ούτε όμως οι άρχοντες ούτε οι δήμαρχοι ήταν σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό το ζήτημα.

Ούτε η λαϊκή συνέλευση ήταν περισσότερο κατάλληλη γι’αυτό το έργο. Οι καλύτεροι πολίτες, οι συνετότεροι και οι πιο πεπειραμένοι, πολεμούσαν συνεχώς στα πεδία των μαχών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το να ανατεθεί η τύχη της Ρώμης στην λαϊκή συνέλευση θα σήμαινε λάθος χειρισμό των υποθέσεων της σε μια ομάδα από τυχαίους πολίτες.

Από την άλλη μεριά υπήρχε η Σύγκλητος, το μόνο πολιτειακό σώμα με διαρκή λειτουργία που συγκέντρωνε τη γενική εκτίμηση και αποτελούνταν από πρόσωπα με μεγάλη πείρα στα δημόσια πράγματα και με μακρόχρονη και πολύπλευρη άσκηση σε θέματα διοίκησης. Όμως τους συγκλητικούς δεν διέκρινε πάντα εξαιρετική οξυδέρκεια και συχνά έπεφταν σε σφάλματα, αφού πολλές φορές ταλαντεύονταν και κάθε άλλο πάρα συνέπεια έδειχναν στην εξωτερική του πολιτική.

Αντίθετα, είχαν πατριωτισμό, απαράμιλλη σταθερότητα και ψυχική δύναμη, πράγματα που έκαναν τους Ρωμαίους πολίτες να τους δίνουν σχεδόν απόλυτη εξουσία στη διακυβέρνηση του κράτους.

Στη Σύγκλητο επίσης άνηκε γενικά η εποπτεία του στρατού.

Οι ρωμαϊκές λεγεώνες, μαζί με το πεζικό και το ιππικό, έγιναν το όπλο που έδωσε στη Ρώμη τη δυνατότητα να δημιουργήσει τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Τον Ρωμαϊκό στρατό διοικούσαν ύπατοι, πραίτωρες και στρατιωτικοί αξιωματούχοι. Όμως η πραγματική δύναμη του στρατού δεν οφειλόταν σε αυτούς τους ευγενούς καταγωγής στρατιωτικούς με την τόσο σύντομη θητεία αλλά στους εκατόνταρχους.

Οι άνδρες αυτοί ήξεραν πολύ καλά την τέχνη του πολέμου, διατηρούσαν τη Ρωμαϊκή πειθαρχία και τις Ρωμαϊκές στρατιωτικές παραδόσεις. Χάρη σε αυτούς και σε ορισμένους μεγάλους στρατιωτικούς ηγέτες και χάρη τέλος στη Σύγκλητο ο παλιός στρατός των αγροτών εξελίχθηκε γρήγορα σε μια αξιόμαχη δύναμη ένοπλων πολιτών, η οποία φάνηκε άξια να αντιμετωπίσει και να καταβάλει τα στρατεύματα της Καρχηδόνας και τους μισθοφόρους των ελληνιστικών βασιλείων.

Πάραυτα οι απώλειες ήταν τεράστιες και έφεραν περισσότερα οικονομικά βάρη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ιδιαίτερα στους αγρότες.

Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες όμως υπέφεραν λιγότερο, καθώς πλούτισαν κατά τη διάρκεια των πολέμων εκτελώντας τις παραγγελίες που τους ανέθετε το κράτος, όπως τον ανεφοδιασμό του στρατού, κατασκευές πλοίων και δρόμων και άλλες υπηρεσίες.

Τους Καρχηδονιακούς πολέμους ακολούθησαν νικηφόρες εκστρατείες στην Ανατολή, στις πλούσιες χώρες του ελληνιστικού κόσμου. Ο πόλεμος στην αρχαιότητα δεν ήταν απλώς μια πολίτικη επιχείρηση αλλά και συγχρόνως εμπορική.

Ένα σημαντικό μέρος της πολεμικής λείας, όπως χρυσός, άργυρος, ζώα, δούλοι έμενε έκτος από το Ρωμαϊκό θησαυροφυλάκιο και σε χέρια στρατηγών, αξιωματικών και στρατιωτών, νόμιμα ή και μη.

Γι’αυτό το λόγο παρουσιάζεται αυτά τα χρόνια στη Ρώμη μια τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου, αυτό το κεφάλαιο έπρεπε οπωσδήποτε να επενδυθεί κάπου.

Όμως το κράτος ζητούσε κεφάλαια για να αυξήσει την απόδοση των λαφύρων.

Έτσι η ασφαλέστερη επένδυση ήταν η απόκτηση γης. Από την Ανατολή και τη Δύση, δούλοι πλημμύριζαν ασταμάτητα την Ιταλία εξασφαλίζοντας έτσι το απαραίτητο για την γεωργία εργατικό δυναμικό. Όμως η ερημωμένη και κατεστραμμένη γη, που προήλθε από τους Καρχηδονιακούς πόλεμους, δεν προσέλκυε τους μικρογαιοκτήμονες και σταδιακά πέρασε στα χέρια των μεγάλων κεφαλαιούχων, μελών κυρίως τις Συγκλητικής τάξης.

Γι’ αυτούς ήταν συμφέρον να νοικιάζουν από τη Σύγκλητο δημόσιες γαίες ή και να τις οικειοποιούνται χωρίς κανένα νομικό τίτλο.

Ωστόσο ο πόλεμος έγινε αίτια να δημιουργηθεί μια νέα τάξη πλουσίων, η οποία δεν άνηκε στην τάξη των Συγκλητικών.

Δραστηριότητες όπως προμήθειες στρατού, εκτέλεση δημοσίων έργων και πλαισίωση Ρωμαϊκών δυνάμεων με εμπόρους θεωρούνταν ανάρμοστες για έναν Συγκλητικό και αντίθετες προς τις παραδόσεις της αριστοκρατίας. Επιπλέον, δεν τις επιδοκίμαζε ούτε και το κράτος το οποίο μέσω της θέσπισης νόμου το 220 π.χ., απαγόρευσε στους Συγκλητικούς να εμπορεύονται ή να αναλαμβάνουν κρατικές παραγγελίες.

Από την άλλη μεριά όμως το ίδιο το κράτος, καθώς αύξανε ο πλούτος του, ένιωθε όλο και μεγαλύτερη την ανάγκη ανθρώπων με πείρα στον οικονομικό τομέα. Ύστερα μάλιστα από τους πολέμους με την Καρχηδόνα και τα κράτη της Ανατολής, η Ρώμη απέκτησε τεράστιες εκτάσεις, μέσα και έξω από την Ιταλία, οι οποίες περιείχαν δάση, ορυχεία, λατομεία, αλιευτικές ζώνες, αλατωρυχεία, αλυκές και λιβάδια για κτηνοτροφία.

Όλον αυτόν τον φυσικό πλούτο το κράτος έπρεπε να τον εκμεταλλευτεί και ο μοναδικός τρόπος να το πετύχει ήταν η ενοικίαση των περιοχών που παρουσίαζαν οικονομικό ενδιαφέρον ή η παροχή δικαιώματος εκμετάλλευσης τους κατόπιν συμβολαίου με το δημόσιο.

Λόγω του συστήματος της μονοετούς παραμονής των αρχόντων στην εξουσία, δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν κατάλληλα όλες οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της αυτοκρατορίας.

Έτσι αυτές οι πηγές περιήλθαν, όπως ήταν φυσικό με τον ένα ή άλλο τρόπο όχι σε μέλη της Συγκλητικής τάξης αλλά σε ανθρώπους που μέσα στις δυσκολίες του πολέμου είχαν στραφεί στο εμπόριο και κατόρθωσαν να δημιουργήσουν κάποιο κεφάλαιο.

Δρούσαν ο καθένας χωριστά αλλά και κατά ομάδες σχηματίζοντας έτσι εταιρίες και ενώσεις με σκοπό να εκμεταλλευτούν από κοινού τα διάφορα είδη της κρατικής ιδιοκτησίας με την περιούσια που διέθεταν κατατάσσονταν στο ιππικό του Ρωμαϊκού στρατού και έτσι σιγά- σιγά, με το πέρασμα του χρόνου, η τάξη αυτή των πλουσίων επιχειρηματιών κατέληξε να ταυτίζεται με την μερίδα των πολιτών που υπηρετούσαν στο στρατό ως ιππείς.

Βιβλιογραφία

  • Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία               Εκδόσεις παπαζήση
  • Christopher S. Mackay Αρχαία Ρώμη Στρατιωτική και Πολιτική Ιστορία εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα
  • Peter Garnsey, Richard Saller Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία Οικονομία,κοινωνία και Πολιτισμός     Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης
  • Ζέρομ Καρκοπίνο, Στο απόγειο της Αυτοκρατορία        Εκδόσεις Ωκεανίς
  • Robert Etienne,  Λαοί και Πολιτισμοί Η καθημερινή Ζωή στην Πομπηία              Εκδόσεις Παπαδήμα
  • Ιστορία Ελληνικού Έθνους                     Τόμος Στ’ Ελληνισμός και Ρώμη
  • M. Cary, Ρωμαϊκή Ιστορία        Εκδόσεις Μίνωας Αθήναι 1960
Facebook Comments
Κυριακή Αδάλιαλη

Γεννήθηκε στην Καβάλα κάποια μερικά χρόνια πριν. Σπούδασε Ιστορικός στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ζει και εργάζεται στην γενέτειρα πόλη της.

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •