Ίκαρος

Κάτι δικά μου...
Στείλε μπιλιετάκι
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
 
 

Γράφει η Χρυσάνθη Καραδεμιρτζόγλου

Όταν ο Ίκαρος πετούσε πάνω από το πέλαγος με τον ήλιο να παιχνιδίζει μαζί του, αποφάσισε ότι όταν θα τον έριχνε στα βράχια του νησιού θα σήκωνε με τις ακτίνες του το κύμα και θα τον τραβούσε στην αμμουδιά. Βέβαια το σώμα του έμεινε εκεί στα βράχια. Η ψυχή του όμως για κάποιο λόγο έμεινε ζωντανή. Πάνω από τα δέντρα ήταν δύο τρία δέντρα φορτωμένα με καρπούς. Μόλις τα είδε ένιωσε ότι πεινούσε. Πέταξε ψηλά στην κορυφή ενός δέντρου και άρπαξε ένα λαχταριστό ροδάκινο. Το χρώμα του ήταν λαμπερό από τις ακτίνες του ήλιου και καταλάβαινες ότι ήταν έτοιμο και αρκετά ώριμο ώστε κάποιος να γευτεί την δροσιά του. Ήταν καλοκαίρι βλέπετε. Ιούλιος μήνας. Η θάλασσα είχε την ατόφια μυρωδιά της αλμύρας. Είχε πάει σε διάφορα μέρη και δεν μύριζε έτσι ειδικά εκεί στο νότο που ζούσε, απ’τον πόλεμο, η θάλασσα μύριζε θάνατο. Εδώ όμως είναι διαφορετικά. Σκέφτηκε:
“Ήξερε σε ποιο μέρος η ψυχή μου να γίνει αθάνατη”. Κρατώντας το ροδάκινο στο χέρι κατέβηκε στην σκιά του δέντρου για να φάει με την ησυχία του το φρούτο. Το δάγκωσε αλλά δεν το ένιωσε στο στόμα του. Θυμήθηκε ότι το σώμα του ήταν πεταμένο στα βράχια. Κοίταξε το άϋλο σώμα του και ήταν σχεδόν διαφανές. Κάτω από τα πόδια του περπατούσε ένα μυρμήγκι. Αν ήταν ζωντανός θα το είχε σκοτώσει. Για μια στιγμή χάρηκε που δεν το σκότωσε. Όμως δεν είχε εκείνος σώμα. Έκοψε το ροδάκινο αλλά δεν μπορούσε να το φάει. Έχει την αίσθηση της κίνησης όχι όμως της αφής. Θυμήθηκε τι γεύση έχει όμως τώρα δεν μπορούσε να το γευτεί. Ολοκλήρωσε την δαγκωνιά του, το μάσησε χωρίς να το αισθάνεται. Μέτρησε από μέσα του δέκα φορές που το μάσησε και το κατάπιε. Έπεσε κάτω στο χώμα. Τόσο απλά. Δεν ήξερε πώς να νιώσει. Χαρά; Λύπη;

Πέταξε λοιπόν το ροδάκινο πιο πέρα. Απογοητεύτηκε τόσο πολύ, που πετούσε κοντά στο έδαφος με χαμηλωμένο κεφάλι κι αν συναντούσε δέντρο ή θάμνο ή οτιδήποτε που ένας ζωντανός άνθρωπος θα σκόνταφτε επάνω του, εκείνος περνούσε μέσα τους, έβλεπε το μέσα τους. Μα ήταν τόσο πολύ αυστηρός κριτής του εαυτού του που παρά την αθανασία που κέρδισε η ψυχή του, δεν ήταν καθόλου χαρούμενος.

Ώσπου, έφτασε σε ένα σπίτι. Το πρόσεξε από τις πέτρες που είχε το μονοπάτι που οδηγούσαν στην αυλή του. Δύο παιδιά έπαιζαν κυνηγητό. Σκέφτηκε πως δεν θα τον δουν οπότε αιωρήθηκε λίγο παραπέρα και τα χάζευε. Θυμήθηκε την εποχή που ήταν κι εκείνος παιδί. Κάποια στιγμή το ένα από αυτά, στην προσπάθεια του να ξεφύγει πέρασε μέσα από τον Ίκαρο. Το παιδί σταμάτησε απότομα, σαν να ένιωσε ότι πέρασε μέσα από μια αόρατη κουρτίνα. Πάνω του έπεσε και το άλλο.

– Το ένιωσες αυτό;
– Ποιο; Χα σ’ έπιασα!
– Όχι δεν με έπιασες. Σταμάτησα γιατί ένιωσα κάτι περίεργο.
– Έί δεν είναι δίκαιο αυτό. Σε έπιασα, σε νίκησα. Πάμε πάλι;
– Όχι σου λέω. Πήγαινε λίγο πίσω.

Το άλλο παιδί τον κοίταξε περίεργα. Σκέφτηκε ότι μάλλον τον πείραξε η ζέστη και κουράστηκε από το παιχνίδι και βρίσκει χαζές δικαιολογίες να σταματήσουν. Το άλλο ξαναπερνάει από το ίδιο σημείο και δεν αισθάνεται τίποτα. Αναρωτιέται μήπως ήταν ιδέα του. Πηγαίνει πιο πίσω και παίρνει φόρα τρέχοντας. Αυτή την φορά ήταν σίγουρος πως το ένιωσε. Μάλιστα κατάλαβε σαν να τον βοήθησαν και δύο αόρατα χέρια. Γέλασε με την ψυχή του. Αναφώνησε : “Μπαμπά εσύ είσαι, ε;”
“Α, πάει το έχασε ο φίλος μου” είπε ο φίλος του.

Ο Ίκαρος όλη αυτή την ώρα το διασκέδαζε με την ψυχή του, τρόπος του λέγειν δηλαδή, αφαιρέθηκε από ότι τον τυραννούσε πριν λίγη ώρα. Σαν άκουσε όμως τον μικρό να νομίζει πως είναι το πνεύμα του πατέρα του, πήρε ένα σπασμένο κλαδί και έγραψε στο χώμα ότι είναι ο Ίκαρος. Τα παιδιά τα έχασαν. Ο δύσπιστος φίλος τώρα τον πίστεψε. Άρχισαν λοιπόν να τον ρωτούν ένα σωρό πράγματα. Ποιος ήταν, γιατί είναι πνεύμα, πως βρέθηκε εδώ, γιατί είναι πεθαμένος. Τα παιδιά ρωτούσαν κι εκείνος τους έγραφε στο χώμα. Το κηνυγητό εξελίχθηκε σε μια περίεργη συζήτηση με ένα φάντασμα που πριν λίγη ώρα άφησε το νεκρό σώμα του και τα δυο παιδιά να ζουν στ’ αλήθεια τις φανταστικές ιστορίες που λένε το βράδυ μετά το παιχνίδι.

Έγιναν φίλοι. Μάλιστα ο μικρός τον συμπάθησε τόσο πολύ που του πρότεινε να περνάει την νύχτα στην μικρή παλιά αποθήκη του πατέρα του. Άλλωστε δεν ζει πια, οπότε κανείς δεν θα τον ενοχλούσε.
Η αλήθεια είναι ότι βαθιά μέσα του πίστευε ότι ο Ίκαρος θα μπορούσε να του πει που είναι ο πατέρας του. Ή ακόμα καλύτερα να τον βοηθήσει ώστε να μπορεί να τον βλέπει κάπου κάπου. Ο κάτω κόσμος δεν ήταν εύκολος δρόμος για τους ζωντανούς. Πόσο μάλλον για ένα μικρό παιδί. Οι ιστορίες που έλεγαν οι μεγαλύτεροι έκαναν τον μικροκαμωμένο σώμα του να τρέμει από φόβο όταν κυκλοφορούσε η φήμη ότι υπάρχει τρόπος να ανοίξουν οι Πύλες του και οι νεκροί μην έχοντας μνήμες από την ζωή που άφησαν πίσω τους, θα ήταν ικανοί να φάνε ζωντανούς ακόμα και τους συγγενείς τους. Βέβαια αυτή την ιστορία του είχε πει η μητέρα του, όταν λίγες μέρες αφού έθαψαν τον πατέρα του, μπήκε κρυφά σε μία βάρκα για να πάει να τον βρει σε μια από τις Πύλες. Αυτό δεν της άρεσε καθόλου κι έτσι σκαρφίστηκε αυτή την ιστορία για να τον αποτρέψει από μία επόμενη απόπειρα.

Ο Ίκαρος δεν ήξερε πολλά για τον Άδη. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να μάθει περισσότερα από όσα άκουσε σαν παιδί. Αυτό που σίγουρα όμως θυμόταν ότι έπρεπε να έχει κάποιος έναν οβολό για να περάσει στον κόσμο των νεκρών. Αναρωτιόταν γιατί βρισκόταν ακόμα εδώ, στη γη. Γιατί δεν βρίσκεται στο ποτάμι αφού πέθανε. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά! Έβαλε στο μυαλό του σκέψεις που ήταν αδύνατον να τις εξηγήσει. Ότι του συνέβαινε ήταν αδύνατο να το πιστέψει. Μήπως είναι ένα τρελό όνειρο όλα αυτά! Πήρε την ψυχή του και χάθηκε μέσα στην νύχτα. Βρέθηκε κοντά στη θάλασσα. Το σώμα του δεν ήταν πια εκεί. Δεν είχε αίσθηση πόσες μέρες ζούσε στη παλιά αποθήκη. Δεν είχε αίσθηση του χρόνου. Έφερε την εικόνα του μικρού στο μυαλό του, μήπως εκείνος μεγάλωσε και υπολογίσει αν όντως πέρασαν χρόνια. Όλα μοιάζουν σαν χθες. Ίσως πέρασε μόνο μια βδομάδα. Έμεινε ακίνητος. Ένιωθε το βραδυνό αεράκι να τον διαπερνάει μέχρι που ο ήλιος από την ανατολή τέντωσε τις πρώτες ακτίνες του στον ορίζοντα. Επέστρεψε πίσω στο σπίτι. Ο μικρός τον έψαχνε τρομαγμένος. Αφού τον καθησύχασε με το πέταγμα μιας πέτρας πάνω στο ξύλινο τοίχο, ο μικρός τον παρακάλεσε να πάνε μέσα στην αποθήκη. Ήθελε να του ζητήσει μία χάρη.

….συνεχίζεται!…


Facebook Comments
Χρυσάνθη Καραδεμιρτζόγλου

Γεννημένη στο μικρό Μόντε Κάρλο της Ελλάδος (Καβάλα). Πιστεύω και μη, ότι έρχεται στο δρόμο μου το εξετάζω λεπτομερώς. Σκορπιός με ωροσκόπο Υδροχόο (άσχετο αλλά συγκεκριμένο) δεν πιστεύω στην τύχη.

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •