Κι έχουμε πόλεμο!…..του Κώστα Ταχτσή(απόσπασμα)

Πάρ' το αλλιώς

Η Κασιμάτη είχε περισσότερο κόσμο από κάθε άλλη χρονιά, κι όπως ήταν επόμενο, οι άντρες άρχισαν τα πολιτικά.

O ξάδερφος του Κασιμάτη, ο Λέων (τον λέγαμε «ο βασιλεύς των ζώων»), που δούλευε στο Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού, μας βεβαίωνε πως είχαν βρει κομμάτια της τορπίλας κι ότι ήταν ιταλικής κατασκευής, μα ο Αντώνης δεν εννοούσε επ’ ουδενί λόγω να το παραδεχτεί. Θεός σχωρέσ’ τον, ήταν τρομερά φανατικός κι ισχυρογνώμων.

Έλεγε πως οι Άγγλοι είχαν χρησιμοποιήσει ιταλική τορπίλα, για να στρέψουν την ελληνική κοινή γνώμη εναντίον του Άξονος και να μας βγάλουν στον πόλεμο, όπως είχαν κάνει στον Πρώτο Πόλεμο.

«Αν θέλει ο Χίτλερ την Ελλάδα», έλεγε, «δε χρειάζεται να βάλει τους Ιταλούς να την πάρουν. Έρχεται και την παίρνει μόνος του. Oι Γερμανοί δεν πρόκειται να μας πειράξουν, είναι φιλέλληνες. Στα σχολεία τους μαθαίνουν απέξω τον Όμηρο και τον Πλάτωνα», και ούτω καθεξής, ως τις έντεκα το βράδυ. «Πάψε επιτέλους», του λέω, «δεν καταλαβαίνεις ότι ερεθίζεις τα νεύρα σου και θα θέλεις διπλή δόση υπνωτικό για να κοιμηθείς; Δε θα το πάρεις ποτέ χαμπάρι ότι η καρδιά σου είναι τρομερά αδύνατη;».

Μόνο για ένα πράμα ήταν όλοι τους σύμφωνοι: ότι αργά ή γρήγορα θα ‘βγαινε και η Ψωροκώσταινα στον πόλεμο, πάει, δεν τη γλιτώναμε, ήταν αυτή η άτιμη η γεωγραφική μας θέση. Είμαστε, βλέπεις, σαν μια γέφυρα μεταξύ ανατολής και δύσεως, είν’ αδύνατον να μείνουμε ουδέτεροι.

Μα κανένας μας δεν το περίμενε τόσο γρήγορα.

Όταν το πρωί εκείνης της Δευτέρας ακούσαμε τις σειρήνες, δεν πιστεύαμε στ’ αυτιά μας.

«Ξύπνα», λέω του Αντώνη, «έχουμε συναγερμό!» «Άσε με ήσυχο», μου λέει, «άσκηση θα ‘ναι!».

Και γύρισε απ’ την άλλη μεριά. Κάθε φορά που έπαιρνε αποβραδίς υπνωτικό, δεν ξυπνούσε εύκολα.

«Δεν είναι άσκηση», του λέω, «το ένστικτό μου δε με γελάει ποτέ εμένα!»

Κάθε φορά που ήταν να γίνει άσκηση μας ειδοποιούσαν εκ των προτέρων διά του Τύπου.

«Εδώ είσαι κι εδώ ‘μαι», του λέω, «είναι συναγερμός κι έχουμε πόλεμο!».

Και πετάγομαι απ’ το κρεβάτι, τρέχω στο παράθυρο του σαλονιού, και βλέπω τη γειτονιά στο ποδάρι. Από μακριά έφτανε ο βόμβος αεροπλάνων.

«Μας κήρυξ’ η Ιταλία τον πόλεμο! O θεός να βάλει το χέρι του! Ξύπνα τη Μαρία!» λέω της Μαριέττας.

Τα ‘χε κι αυτή χαμένα.

«Ξύπνα την και πες της να ντυθεί αμέσως! Μπορεί να χρειαστεί να πάμε στο καταφύγιο». «Θα πάτε στο καταφύγιο;» φωνάζω της Νότας.

Μα δεν ήξερε. Κανείς μας δεν ήξερε τι να κάνει και πού να πάει. Πανικοβληθήκαμε. Νομίζαμε πως έφτασ’ η Δευτέρα Παρουσία. O Αντώνης καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, με μια κάλτσα στο χέρι, αφηρημένος.

«Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά;» του λέω. «Να σου δώσω τις σταγόνες σου;»

Κι όπως στεκόμουνα στη μέση του χολ σαν χαμένη, κρατώντας το κεφάλι μου με τα δυο μου χέρια, μην ξέροντας προς τα πού να στραφώ, έρχετ’ η Μαριέττα και μου λέει:

«Oυ Μπούφους δεν ξυπνάει! Πήγα να τ’ν ξεσκεπάσου και μ’ πάτ’ σε μια κλουτσιά…»

Κι άρχισε να κλαίει. Είχε κι αυτή η δόλια τρεις αδερφούς, οι δυο υπηρετούσαν ήδη στο Ναυτικό, ο άλλος ήταν κληρωτός του ’41, θα πήγαινε απ’ τους πρώτους. Πρέπει να τη στείλουμε αμέσως στην Άντρο, είπα με το νου μου, η θέση της είναι κοντά στη μάνα της και στον πατέρα της, δεν μπορώ να την κρατήσω εδώ, είναι μεγάλη ευθύνη.

Κι έξω φρενών, τρέχω στο δωμάτιο της κόμησσας, την αρπάζω απ’ το τσουλούφι, και της λέω:

«Παλιοκόριτσο! Ώστε ούτε η Δευτέρα Παρουσία δεν είναι αρκετή για να σε βγάλει απ’ τη νάρκη σου, ε; Τσακίσου και σήκω αμέσως, γιατί σήμερα θα ‘ναι το τέλος σου!»

Και πάω να την ξεσκεπάσω, και μου δίνει και μένα μια κλοτσιά. Της πατάω τότε μια στριφτή τσιμπιά, της δίνω δυο ανάποδες, και της λέω:

«Να! Για να μάθεις να κλοτσάς τη μάνα σου! Τι σου πέρασ’ η ιδέα, οτι είμαι κυρα-Εκάβη να κάτσω να τις φάω απ’ την κόρη μου; Θα πάμε στο καταφύγιο και συ κάτσ’ εδώ να ψοφήσεις, να γλιτώσω επιτέλους απ’ την κακή φύτρα του Φώτη!…»

Μα τη στιγμή που ‘βγαινα απ’ το δωμάτιό της, χτύπησαν οι σειρήνες λήξη.

Το τέρας! σκέφτηκα. Για κάτι αναίσθητους σαν κι αυτήν είναι ο κόσμος. Και πάω μέσα και βλέπω έναν Αντώνη μεταμορφωμένο ως διά μαγείας, έναν άλλο Αντώνη. Στεκόταν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο του σαλονιού και μιλούσε με τον Κουκή, τον άντρα της Νότας.

«Θα τους δείξουμε! Θα τους ράνουμε! Θα τους ρίξουμε στη θάλασσα!» φώναζε.

Μμ, είπα με το νου μου, αυτός είναι που προχτές ακόμα έλεγε πως ο Χίτλερ δε θ’ άφηνε το Μουσολίνι να χτυπήσει την Ελλάδα; Μα φυσικά δεν έβγαλα άχνα. Δόξαζα το Θεό που το πήρε έτσι το πράμα. Πλησίασα κι εγώ στο παράθυρο κι άκουγα με συγκίνηση τα εμβατήρια που ‘παιζε το ραδιόφωνο.

Για πρώτη φορά συγχωρούσα τη Νότα που το είχε στη διαπασών:

Αεροπόρος θα γινώ, τη γη να μην αγγίζω
να ‘μαι ψηλά στον ουρανό, τα σύννεφα να σχίζω…

Τα μάτια του Αντώνη ήταν γεμάτα δάκρυα.

«Θα πάω», μου λέει, «ν’ αγοράσω ένα ραδιόφωνο! Γιατί δηλαδή να ‘χει ο Κουκής ραδιόφωνο και να μην έχουμε εμείς;…»

Δε νομίζεις, πήγα να του πω, ότι είναι έξοδο περιττό, ότι δεν είναι καιρός να πετάμε λεφτά για τέτοια πράματα; Μα κρατήθηκα.

«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις», του λέω, «απ’ τη δική σου τσέπη θα βγουν…»

«Αχ, μωρέ Νίνα», μου λέει, «και τι δε θα ‘δινα να ‘μουνα άλλη μια φορά νέος».

Παρά λίγο να δακρύσω κι εγώ. Τον άφησα και πήγα στην κουζίνα να κάνω κάτι, για ν’ απασχολήσω το μυαλό μου. Αποβραδίς είχε φέρει μια οκά κάστανα, τα πρώτα κάστανα εκείνης της χρονιάς, και τα ‘βαλα να τα βράσω.

Όσο ζήσαμε, ζήσαμε, έλεγα με το νου μου, όσο χαρήκαμε, χαρήκαμε, αποδώ και πέρα… Μα δεν μπορούσα, ούτε ήθελα να φανταστώ το μέλλον.

Πάνω στην ώρα έφτασε κι η κυρα-Εκάβη, φρέσκια φρέσκια και κεφάτη.

«Αχ, βρε κυρα-Εκάβη», της λέω, «τι θα γίνουμε; Πού θα πάμε;»

«Ε», μου λέει, «πόλεμος είναι θα περάσει, ούτ’ ο πρώτος, ούτ’ ο τελευταίος. Δε με πειράζουν εμένα τέτοια πράματα, άλλα με πειράζουν».

«Και δεν τρόμαξες», της λέω, «όταν άκουσες τις σειρήνες;»

«Μπα! Το ‘ξερα πριν χτυπήσουνε και το περίμενα. O Θόδωρος ήταν χτες νυχτερινός στην εφημερίδα, και την ώρα που ‘τοιμαζότανε να φύγει να ‘ρθει στο σπίτι να κοιμηθεί, τους τηλεφώνησαν τα νέα απ’ το υπουργείο. Μα δεν άντεχε να μείνει. Ήταν πτώμα το καημένο το παιδί απ’ την κούραση και το ξενύχτι. Ήρθε στο σπίτι και μας τα ‘πε, κι ύστερα κουκουλώθηκε στο κρεβάτι του και μου λέει: “Μαμάκα, μη με ξυπνήσετε ακόμα και να πέφτουν μπόμπες!” Κι όπως είναι κουφός απ’ το έν’ αυτί, δεν άκουσε ούτε τις σειρήνες».

«Μα το καταλαβαίνεις», της λέω κατάπληκτη με την ψυχραιμία της, «ότι θα μας ρίξουν ασφυξιόγονα; Το ξέρεις ότι θά ‘ρθουν να μας πάρουν τα σπίτια μας και τα κορίτσια μας;».

«Δεν είσαι με τα καλά σου», μου λέει, «χρωστάς της Μιχαλούς, κι είσαι και διαβασμένη!

Έτσι λέγαν και στον άλλο πόλεμο και μας τρομοκρατήσανε τζάμπα και βερεσέ. Όσο για τα κορίτσια» (και στράβωσε το στόμα της) «μη φοβάσαι και δεν παθαίνουν τίποτα. Αν δεν κουνήσουν κι εκείνα την ουρά τους, δεν τα πειράζει κανένας. Κι οι Ιταλοί άνθρωποι σαν και μας είναι, δεν είναι θηρία της ζούγκλας…».

«Τι ανάγκη έχει», μου λέει η θεία Κατίγκω, όταν ήρθε σε λίγο και της τα ‘λεγα. «O ένας της γιος είναι κουφός, ο άλλος στη φυλακή, κι ο γαμπρός της είναι γιατρός, κάπου θα χωθεί. Αλίμονο στα δικά μας τα παιδιά!»

O Τάκης είχε μετατεθεί σ’ ένα μικρό αντιτορπιλικό, ο Πέτρος έκανε τη θητεία του έξω απ’ την Κοζάνη, μέσα στη φωτιά.

«Αλίμονο στα δικά μας τα παιδιά», μου λέει, κι έβαλε τα κλάματα.

Σε λίγο ήρθ’ ο Άκης γυρεύοντας τη γιαγιά του.

«Ήρθε κι έφυγε», του λέω.

«Καλώς το στρατηγό!» του λέει ο Αντώνης μόλις τον είδε.

Φορούσε τη στολή της ΕOΝ.

«Άντε να δούμε», του λέει, «πόσους Ιταλούς θα καθαρίσεις. Σας δώσανε τουφέκια ή ακόμα;»

Το πρωί είχε πάει στο σχολείο και τους έδιωξαν. Τα μαθήματα διεκόπτοντο μέχρι νεοτέρας διαταγής.

«Για του Μπούφου έφεξε!» μου λέει η Μαριέττα.

Γύρισε λοιπόν στο σπίτι, φόρεσε τη στολή του και πήγε στον υποτομέα του.

Τους έβαλαν στη γραμμή και τους έβγαλε ο τομεάρχης τους λόγο. Κακόμοιρα παιδιά! έλεγα με το νου μου, ακούγοντάς τον να μας περιγράφει με παιδικό ενθουσιασμό πώς είχαν στολίσει τον υποτομέα με χάρτινες σημαίες κι εικόνες των ηρώων του ’21. Τι έχουν να δουν τα μάτια σας, σε τι ανάποδα χρόνια γεννηθήκατε και σεις…

«Καλά που είναι κι η σημαία μας στο κοντάρι», λέω της Μαριέττας.

Την είχαμε κρεμάσει για του Αγίου Δημητρίου και δεν την είχαμε κατεβάσει ακόμα.

«Τουλάχιστον», της λέω, «δε χρειάζεται ν’ ανεβαίνεις να κρεμάς σημαίες, ουδέν κακόν αμιγές καλού».

Και ξαφνικά είδα έκπληκτη κι εγώ η ίδια, πως είχα ξαναβρεί την ψυχραιμία μου και το συνηθισμένο μου χιούμορ. Ωχ, αδερφέ! σκέφτηκα. Όπου όλος ο κόσμος, και μεις. Αφού το πήρε τόσο καλά ο Αντώνης, δε με νοιάζει για τίποτα.

hope
Hope is Tomorrow

Κ. Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, Εξάντας

Facebook Comments
Κυριακή Αδάλιαλη

Γεννήθηκε στην Καβάλα κάποια μερικά χρόνια πριν. Σπούδασε Ιστορικός στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ζει και εργάζεται στην γενέτειρα πόλη της.