Κι όμως ζούσαμε – του Νίκου Σουβατζή

Σελίδες Ημερολογίου
Στείλε μπιλιετάκι
  • 9
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    9
    Shares

Κάποτε, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, όταν βρισκόμασταν εκτός σπιτιού δεν μπορούσαν να μας βρουν στο τηλέφωνο. Θα μπορούσαν να μας τηλεφωνήσουν στην εργασία μας, αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο, ούτε τόσο συνηθισμένο. Αν είχαμε τηλεφωνητή μπορούσαν να μας αφήσουν μήνυμα. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχαν ακόμα κινητά τηλέφωνα. Αν θέλαμε να αποφύγουμε κάποιον ή απλώς δεν είχαμε διάθεση να μιλήσουμε με κανέναν, μπορούσαμε τις ώρες που ήμασταν έξω να ηρεμήσουμε, χωρίς να χρειαζόμαστε δικαιολογίες του τύπου «Δεν το άκουγα» ή «Δεν είχα μπαταρία». Χρησιμοποιούσαμε το τηλέφωνο πολύ λιγότερο, έτσι είχαμε περισσότερη ηρεμία. Βέβαια αυτό είχε και τα μειονεκτήματά του. Αν χρειαζόταν να τηλεφωνήσουμε επειγόντως, έπρεπε να βρούμε καρτοτηλέφωνο ή κερματοδέκτη. Ωστόσο ζούσαμε μια χαρά. Εκείνη την εποχή επίσης, αν θέλαμε να φωτογραφήσουμε έπρεπε να έχουμε φωτογραφική μηχανή, να αγοράσουμε φιλμ και μετά τη φωτογράφιση να το δώσουμε για εμφάνιση. Αφού περιμέναμε λίγες μέρες, είχαμε τις φωτογραφίες στα χέρια μας. Επειδή το να τραβάμε φωτογραφίες ήταν δαπανηρό, δεν το κάναμε κάθε μέρα και δεν τραβούσαμε ένα πλάνο δεκάδες φορές. Τις φωτογραφίες τις δείχναμε σε κοντινούς μας ανθρώπους και δεν τις κάναμε δημόσιο θέαμα. Και φυσικά δεν μας ενδιέφερε αν αρέσουν στους άλλους. Παρομοίως, αν θέλαμε να βιντεοσκοπήσουμε κάτι έπρεπε να έχουμε βιντεοκάμερα, η οποία έπαιρνε κάτι ειδικές κασέτες και μέχρι να δούμε αυτό που τραβήξαμε έπρεπε να κάνουμε ολόκληρη διαδικασία. Η βιντεοσκόπηση δεν ήταν κάτι συνηθισμένο και μπορούσαμε να πιούμε έναν καφέ ή να παραβρεθούμε σε μια εκδήλωση, χωρίς να μας ενοχλούν διάφοροι αγενείς που βιντεοσκοπούν ανθρώπους χωρίς την άδειά τους.

Σε εκείνη την, όχι και τόσο μακρινή, εποχή αν θέλαμε να διαβάσουμε μια εφημερίδα έπρεπε να την αγοράσουμε απ’ το περίπτερο. Αν θέλαμε να δούμε μια ταινία, αν δεν προβαλλόταν πια στους κινηματογράφους, έπρεπε να τη νοικιάσουμε ή να την αγοράσουμε από κάποιο βίντεο κλαμπ ή να περιμένουμε πότε θα προβληθεί απ’ την τηλεόραση. Αντίστοιχα, αν θέλαμε να ακούσουμε ένα τραγούδι ή αγοράζαμε τον δίσκο ή περιμέναμε πότε θα το βάλει το ραδιόφωνο. Η σημερινή τεχνολογία έχει κάνει τη ζωή μας απλούστερη και πιο οικονομική. Μπορούμε να δούμε ταινίες, να διαβάσουμε εφημερίδες και βιβλία και να ακούσουμε μουσική χωρίς να πληρώσουμε. Απ’ την άλλη, μπορεί να ακούγεται κλισέ αλλά είναι αλήθεια, έχει χαθεί η μαγεία. Δεν υπάρχει πια η συγκίνηση που νιώθαμε όταν μετά από μεγάλη αναζήτηση βρίσκαμε μια σπάνια ταινία ή έναν σπάνιο δίσκο. Και σίγουρα υπάρχει λιγότερος σεβασμός για τη δουλειά των δημιουργών. Χιλιάδες δίσκοι βρίσκονται ξεχασμένοι σε σκληρούς δίσκους, όπως και χιλιάδες ταινίες.

Όταν ζούσαμε χωρίς κινητά και ίντερνετ δεν είχαμε τις ανέσεις που έχουμε σήμερα, όμως η ζωή μας ήταν πιο απλή, με την έννοια ότι πολλά πράγματα ήταν σαφώς οριοθετημένα. Υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική ζωή. Υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και την κακοήθεια. Κανείς δεν θεωρούσε δικαίωμά του να βρίζει χυδαία κάποιον επειδή δεν του άρεσε κάτι που έγραψε. Η πρόσβαση στη γνώση ήταν πιο δύσκολη, ωστόσο ξέραμε ότι αυτό που διαβάζαμε σε μια εγκυκλοπαίδεια ίσχυε πραγματικά γιατί αυτοί που το έγραψαν δεν ήταν τυχαίοι. Πολλές φορές στον δημόσιο λόγο επικρατούσαν ανούσια θέματα, όχι όμως στον βαθμό που γίνεται σήμερα. Δεν βομβαρδιζόμασαν με πληροφορίες είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, έτσι ήταν πιο εύκολο να εστιάσουμε σε κάτι σημαντικό. Η επικοινωνία ήταν πιο ουσιαστική. Τέλος, υπήρχαν και τότε διάφοροι συμφεροντολόγοι που παρίσταναν τους φίλους μας γιατί θέλαν κάτι να κερδίσουν. Κρατούσαν όμως κάποια προσχήματα. Σήμερα εντελώς ξεδιάντροπα μάς στέλνουν αίτημα φιλίας σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αν κάνουμε το λάθος να το αποδεχτούμε, μας ζητούν μετά από λίγο θρασύτατα να κάνουμε like στις σελίδες τους. Κάποτε έκαναν τον κόπο να πουν μια καλημέρα. Στην εποχή της τεχνολογίας δεν υπάρχει χρόνος για ευγένεια.

Facebook Comments

Ο Νίκος Σουβατζής γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1977. Είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εργαστεί ως συντάκτης σε έντυπα και διαδικτυακά μέσα. Ασχολείται με την πεζογραφία και την ποίηση. Έχει εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Αναχώρηση, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Χειμερινή ισημερία και μια νουβέλα με τίτλο Μετά από χιλιάδες φεγγάρια.

  •  
    9
    Shares
  • 9
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •