“Μαμά, άσε το πριονάκι” και άλλα δημοφιλή σλανγκ πριν 100 χρόνια

Μας φώτισες

Κάθε εποχή έχει τη γλώσσα της, δηλαδή κάποιες λέξεις ή εκφράσεις που χάνουν το βασικό, αρχικό νόημα τους και αποκτούν μια καινούρια διάσταση στο λόγο. Είναι η γλώσσα αργκό - ή "σλανγκ" όπως έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια εξαμερικανισμένα. Την εφευρίσκουν συνήθως οι νέοι πονοκεφαλιάζοντας τους γονείς τους, που μάταια ψάχνουν να βρουν στα λεξικά κάποια εξήγηση. Κι επειδή κάθε γενιά θέλει να ξεχωρίζει από την προηγούμενη αναπτύσσοντας τον ολότελα δικό της κώδικα επικοινωνίας, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της σλανγκ κάθε εποχής είναι θνησιγενές. Ένα επεισόδιο του "Ρετιρέ" είναι υπεραρκετό για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές, αφού οι περισσότερες προχωρημένες ατάκες της εποχής, 25 χρόνια μετά είναι απλά ξεπερασμένες. Πόσο μάλλον τα σλανγκ του περασμένου αιώνα! 
 
Πριν εκατό χρόνια η νεολαία της εποχής - δηλαδή οι παππούδες, προπαππούδες και... προ-προπαππούδες μας - είχαν το δικό τους γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Σε δύο δημοσιεύματα, που χρονολογούνται το 1917 και το 1918, ένας δημοσιογράφος της εποχής επιχειρούσε να τις εξηγήσει στους αναγνώστες της εφημερίδας Νέα Ημέρα. 
 
Ένας νεαρός της εποχής κάνει κόρτε σε ευγενικό κοράσιο μεγαλωμένο με γαλλικά και πιάνο, ώσπου το κοράσιο αυτό πάνω στην κουβέντα ξεσαλώνει: "Αχ,φέρτε μου να το δω! Αλλά δεν υπόσχομαι ότι δεν θα σας το μαγκώσω"!
Ένα πονηρό και πρόστυχο μυαλό του 2018 θα σκεφτεί κάτι πονηρό και πρόστυχο. Εξαρτάται βέβαια τι προσφέρθηκε να δείξει ο ευγενής νεαρός, το οποίο όμως να επιδέχεται και μαγκώματος. Τέλος πάντων, εν έτει 1918 η φράση "θα το μαγκώσω" σήμαινε "θα το κρατήσω με τη βία" (ένα σκυλάκι, ένα βιβλίο, μια συλλογή γραμματοσήμων, οτιδήποτε..)
 
Μια παρέα αποφασίζει να το ρίξει έξω ένα βράδυ, όμως η πλειοψηφία προειδοποιεί τον άτυχο της βραδιάς: "Απόψε θα σε κόψουμε. Δεν μας γλυτώνεις"!
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Θα το ρίξουν έξω κάνοντας σατανιστικές τελετές; Είναι μεθυσμένοι και διψάνε για αίμα; Ή απλά είναι μπατήρηδες και ξεκαθαρίζουν από την αρχή ότι είναι η σειρά του άτυχου να ξεπαραδιαστεί απόψε; Όσοι απαντήσατε το τελευταίο μπήκατε στο νόημα! 
 
Ωστόσο, την ίδια σημασία με σήμερα είχε η προστακτική "κόψε", δηλαδή "αντίο", "σπάσε", "κάτω τα ξερά σου", "κάντη με ελαφρά", "στον αγύριστο"!
 
Το παιδί προς τη μητέρα του: "Μαμά, αφήστε το πριονάκι επιτέλους"!
Αφήνουμε στην άκρη τον πληθυντικό ευγενείας, που όμως το 1917 ήταν σικ, αντί για "πριονάκι" βάζουμε... "μοτεράκι" και νομίζω πιάνουμε το νόημα: Άσε ρε μάνα το μοτεράκι! Μιλάς, μιλάς, μιλάς.... με κούρασες!
 
"Μα θα πάψετε επιτέλους; Δυο ώρες μας ξουρίζετε"!
Όχι, δεν ήταν έκφραση ενός πελάτη στον μπαρμπέρη του, αλλά η έκφραση απόγνωσης εναντίον ενός πολυλογά που με τη φλυαρία του "έπαιρνε τ' αφτιά" όσων των άκουγαν - ή αλλιώς "τα ξούριζε"!
 
"Μα πώς ξάφρισε έτσι αυτό το κορίτσι"!
Αν σας έρχεται κάποιος αρνητικός συνειρμός, ξεχάστε τον! Μπορεί σήμερα το "ξαφρίζω" να σημαίνει "κλέβω", όμως πριν 100 χρόνια όταν έλεγαν ότι ένα κορίτσι "ξάφρισε", δεν εννοούσα ότι έγινε κλέφτρα, αλλά ότι γλύκανε πολύ, όπως το γλυκό που φτάνει σ' ένα τέτοιο σημείο βρασμού, ώστε πρέπει να ξαφρίσει για να γίνει τέλειο και έτοιμο... για φάγωμα!
 
"Τον ψάξαμε και τα μάθαμε όλα"!
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έψαξαν τις τσέπες ή τα προσωπικά του αντικείμενα, αλλά ότι πολύ απλά τον "ψάρεψαν" και εκείνος πιάστηκε κορόιδο και τ' αποκάλυψε όλα!
 
Δύο φίλοι συναντιούνται μετά από καιρό. "Πώς πάνε οι δουλειές" ρωτάει ο ένας. "Μάλλον γάτα" του απαντάει ο άλλος. Άντε τώρα να βγάλεις άκρη...
Πώς προέκυψε η φράση είναι ένα μυστήριο. Πάντως το "μάλλον γάτα" σήμαινε "χάλια". Κι αν τα πράγματα πήγαιναν χειρότερα και από χάλια, η εναλλακτική απάντηση ήταν το "εντελώς γάτα"! (Μα, τι τους έφταιγαν τα καημένα τα τετράποδα που είναι και τόσο ήσυχα;)
 
Ένα σλανγκ εκείνης της εποχής, που διατηρείται μέχρι σήμερα με μικρές αλλαγές, είναι η ιδιαίτερη σημασία του ρήματος "γλεντάω". Σήμερα μπορεί ν' ακούσουμε μια ευγενή ύπαρξη να παραπονιέται ότι "Με γλέντησε καλά καλά και με πέταξε σα στημένη λεμονόκουπα" ή έναν οπαδό να καυχιέται "Σας γλεντήσαμε χθες στο ποδόσφαιρο, γατάκια" (όπου "γατάκια" βάλτε "βάζελοι", "γαύροι", "χανουμάκια" και γενικά όποια ομάδα γουστάρετε να γλεντήσει η ομάδα σας στο γήπεδο). Πριν εκατό χρόνια σήμαινε απλά "κοροϊδεύω", δηλαδή ήταν πιο κοντά στο πρώτο από τα δύο σημερινά παραδείγματα, αλλά βέβαια τότε δεν υπήρχαν καν σοβαρά πρωταθλήματα ποδοσφαίρου πέρα από κάτι τουρνουά τριών τεσσάρων ομάδων της πλάκας...