Ο κυρ-Λάζαρος και οι Δράκοι (λαϊκό παραμύθι)

Τα σπάει

Ο κυρ-Λάζαρος και οι Δράκοι:

Hταν ένας μπαλωματής και τον έλεγαν Λάζαρο.

Και μνια μέρα οπού μπάλωνε, μαζώθηκαν πολλές μύγες και τράβησε ένα μπάτσο και σκότωσε σαράντα μύγες. Τότες πήγε κι έφκιακ' ένα σπαθί κι έγραψε: «Με μνια τραβησιά σκότωσα σαράντα ψυχές!». Κι αφού το έφκιασε το σπαθί, κίνησε και πήγε στην ξενιτιά. Και σαν πήγε δυο μέρες μακριά από τον τόπον του, ήβρε ένα πηγάδι κι έπεσε κι εκοιμήθηκε.

                                            Εκεί εκάθονταν οι δράκοι.

Τότες ήρθεν ένας να πάρει νερό κι είδε το Λάζαρο, που εκοιμόνταν είδε και κείνα που ήταν γραμμένα στο σπαθί του, και πήγε κι είπε και των άλλων. Οι άλλοι του είπαν, να του πει να γένουν βλάμηδες. Πήγεν ο δράκος και τον εφώναξε και του είπε, αν έχει ευχαρίστηση να γένουν βλάμηδες. Ο Λάζαρος του είπε πως θέλει, και γίνηκαν και κάθονταν αντάμα. Και του είπαν οι δράκοι να πηγαίνουν με την αράδα για νερό καθώς και για ξύλα. Πήγαν οι δράκοι για ξύλα και για νερό. Ήρθε κι η αράδα του Λάζαρου να πάνει να φέρει νερό. Οι δράκοι είχαν ένα ασκί, όπου έπαιρναν νερό, κι έπαιρνε διακόσιες οκάδες νερό. Ο Λάζαρος με μεγάλη δυσκολία πήγε το ασκί άδειο στο πηγάδι κι επειδή δεν μπορούσε να το φέρει το νερό, δεν το εγέμισε το ασκί, μόν' έσκαφτε ολόγυρα το πηγάδι.

Οι δράκοι, σαν άργησε ο Λάζαρος, εφοβήθηκαν κι έστειλαν έναν να πάει να ιδεί τι γίνηκε.

Ο δράκος πήγε και του είπε:

«Τι κάνεις αυτού, κυρ Λάζαρε; — Δεν μπορώ, του λέει, κάθε μέρα να έρχομαι να παίρνω νερό· να φέρω μνια φορά όλο το πηγάδι, για να ξεγλιτώσω! — Για όνομα του Θεού, κυρ Λάζαρε, του λέει, μη, γιατί ψοφούμε από τη δίψα, πηγαίνουμε μεις στην αράδα σου». Του ήρθε η αράδα του Λάζαρου να φέρει και ξύλα, κι επειδή δεν μπορούσε να φορτωθεί ένα δέντρο, καθώς οι άλλοι δράκοι, έδενε όλα τα δέντρα με πέτσες. Και σαν άργησε ως το βράδυ, έστειλαν πάλι οι δράκοι ένα δράκο να ιδεί τι κάνει.

«Τι κάνεις αυτού, κυρ Λάζαρε; Του είπε. — Θέλω να φέρω όλο το ρουμάνι μνια φορά για να ξεγλιτώσω, του λέει. — Μη, κυρ Λάζαρε, του λέει, γιατί θα ψοφήσουμε από το κρύο· πηγαίνουμε μεις στην αράδα σου».

Και πήρε ο δράκος το δέντρο και το πήγε.

Ύστερ' από κάμποσον καιρό είπαν οι δράκοι να τον σκοτώσουν, κι αποφάσισαν το βράδυ να τον χτυπήσουν όλοι από μνια τσεκουριά.

Ο Λάζαρος τα άκουσ' αυτά και το βράδυ έβαλ' ένα κούτσουρο και το εσκέπασε με την κάπα του. Το βράδυ εχτύπησαν το κούτσουρο όλοι από μνια και το έκαναν κομμάτια και πάντεχαν πως τον εσκότωσαν. Αφού αποκοιμήθηκαν οι δράκοι, ο Λάζαρος πήρε το κούτσουρο και το 'ριξε όξω και πλάγιασε και προς τα ξημερώματα εβούγκηξε και τον άκουσαν οι δράκοι και τον ρώτησαν και του είπαν: «Τι έχεις;». Κι αυτός τους είπε ότι κάμποσοι ψύλλοι τον ετσίμπησαν. Οι δράκοι πάντεχαν ότι ψύλλους ενόμιζε τις τσεκουριές, και την άλλη μέρα του είπαν αν έχει παιδιά, γυναίκα, κι αν θέλει, να του δώσουν ένα ταγάρι φλουριά και να πηγαίνει στο σπίτι του. Ο Λάζαρος τους είπε πως έχει ευχαρίστηση και να πάρει κι ένα δράκο από αυτούς να του τα φέρει τα φλουριά στο σπίτι του. Πήρε το δράκο φορτωμένο το φλουρί και πήγε στο σπίτι του.

Στο δρόμο, όπου πήγαινε, του είπε του δράκου:

«Στάσου, να πηγαίνω να δέσω τα παιδιά μου, να μη σε φαν!». Πήγε κι έδεσε τα παιδιά του με κάτι σχοινιά παλαιά και τους είπε: «Όντας ιδείτε το δράκο, να φωνάζετε "κρέας από δράκο"».

Κι όντας επλησίασ' ο δράκος, εφώναξαν τα παιδιά- «κρειάτο* από δράκο!».

Ο δράκος με μεγάλη τρομάρα άφηκε τα φλουριά κι έφυγε.

Στο δρόμο όπου πήγαινε ο δράκος, ήβρε μνια αλεπού και τον ρώτησε γιατί είναι τρομοκρατημένος τόσο. Κι αυτός της είπε πως τη γλίτωσε, θα τον έτρωγαν τα παιδιά του κυρ Λάζαρου.

«Απ' τα παιδιά του κυρ Λάζαρου εσκιάχτηκες; Του είπε. Αυτός είχε δυο κότες και τη μνια τού την έφαγα εψές και την άλλη θα πάνω να του την φάω τώρα· κι αν δεν πιστεύεις, έλα κοντά μου να ιδείς· δέσου απ' την ουρά μου». Εδέθηκε ο δράκος απ' την ουρά της αλωπούς και πήγε να ιδεί. Όντας επλησίασαν στο σπίτι του Λάζαρου, ο Λάζαρος εφύλαε με το ντουφέκι, γιατί εσκιάζονταν απ' τους δράκους. Σαν είδε την αλωπού οπού έρχουνταν μαζί με το δράκο, της είπε: «Δε σου είπα να φέρεις μόνον αυτόν το δράκο, μούν' να τους φέρεις όλους». Αυτό ακούοντας ο δράκος έγινε άφαντος· κι από τη μεγάλη τη βία, οπού έπαιρνε την αλωπού, εψόφησε.

Κι αφού ελευτερώθηκε από τους δράκους ο κυρ Λάζαρος, έφκιασε το σπίτι του λαμπρό κι έζησε καλά.