Οι ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ του 17ου αιώνα.

Ιστοριοτρόπως

Επιμέλεια:Κυριακή Αδάλιαλη

Η εκστρατεία των καθολικών στην Ελλάδα για τον προσηλυτισμό των πιστών της ανατολικής Εκκλησίας συστηματοποιείται στις αρχές του 17ου αιώνα.
Ο πάπας Παύλος Ε’ οργανώνει την εγκατάσταση ιεραποστόλων στις Κυκλάδες το 1613.

Το 1642 οι καθολικοί κατόρθωσαν να εγκατασταθούν στην Σαντορίνη. Ο Γάλλος ιερωμένος Francois Richard ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της εκστρατείας προσηλυτισμού στο αιγαίο.
Έζησε πολλά χρόνια στην Σαντορίνη.

Ολόκληρο κεφάλαιο του χρονικού του Richard αναφέρεται στις δοξασίες περί βρυκολάκων.

Έχει τίτλο «Οι ψευδοαναστημένοι που οι έλληνες ονομάζουν βρυκολάκους».

girl
Περιγράφει τρομακτικά περιστατικά ομαδικών παρακρούσεων των κατοίκων της Σαντορίνης. Πεθαμένοι που ξαναγυρίζουν στη ζωή και εξοντώνουν τη νύχτα τους νησιώτες, φρικαλέες σκηνές εκταφής «βρυκολακιασμένων», τελετές εξορκισμών από τους ιερείς πάνω στα πτώματα μέσα στους ναούς, ανατριχιαστικοί ανασκολοπισμοί των άλιωτων πτωμάτων με τσεκούρι και σκαπάνες.
Αυτόπτης μάρτυρας των σκήνων αυτών ο Ιησουίτης ιεραπόστολος δεν αμφισβητεί διόλου την εμφάνιση των βρυκολάκων και την κακοποιό δράση τους:

-Κάθε τόσο οι έλληνες παπάδες, αφού προηγουμένως πάρουν άδεια του μητροπολίτη, πηγαίνουν στο νεκροταφείο, διαβάζουν μερικές ευχές και ύστερα ξεθάβουν το νεκρό που υποπτεύονται πως έχει βρυκολακιάσει. Κι αν βρουν το πτώμα ολόκληρο, φρέσκο και ματωμένο, είναι βέβαιοι πως ο νεκρός έγινε όργανο του σατανά.

birds
Αρχίζουν τότε τους εξορκισμούς και δεν σταματούν αν δεν δουν σημάδια που να φανερώνουν πως έφυγε το δαιμόνιο, όταν δηλαδή αρχίσει η αποσύνθεση του πτώματος.

-Αυτό έγινε πριν από λίγα χρόνια. Το πτώμα ενός κοριτσιού (Καλλίστη το όνομά του) βρέθηκε άλιωτο.

Το έφεραν στην εκκλησία κι ο έλληνας παππάς κατέφυγε στους εξορκισμούς. Και πραγματικά σε λίγο άρχισε η αποσύνθεση του πτώματος κατά τρομακτικό τρόπο, έτσι που κάνεις δεν μπορούσε να μείνει στο ναό από τη δυσοσμία. Το έθαψαν λοιπόν, και δεν ξαναφάνηκε ο βρυκόλακας πια.

Ωστόσο, μερικές φορές, οι εξορκισμοί των ελλήνων ιερέων δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα, είτε γιατί οι ίδιοι οι ιερείς δεν έχουν μεγάλη πίστη είτε γιατί το δαιμόνιο αντιστέκεται και δεν εννοεί να εγκαταλείψει τη λεία του. Τότε ξεριζώνουν την καρδιά του πεθαμένου, τη λιανίζουν με το τσεκούρι και ύστερα καίνε ολόκληρο το νεκρό, ακριβώς όπως γίνεται στη Γαλλία με τους μάγους και τις μάγισσες, ύστερα από απόφαση της δικαιοσύνης.

Τελευταία που πήγα στην Αστυπάλαια έκαψαν πέντε πτώματα. Τα τρία ήταν ανδρών παντρεμένων, το τέταρτο ενός Έλληνα παππά και το πέμπτο ενός κοριτσιού. Το ίδιο έγινε και στη Νιό.
-Η γυναίκα ενός πεθαμένου ήρθε και μου εξομολογήθηκε πως είδε τον άντρα της ατόφιο, πενήντα μέρες ύστερα από την κηδεία του. Μ’ όλο που τον είχαν ξεθάψει και τον είχαν ενταφιάσει σε άλλο σημείο και είχαν γίνει όλοι οι καθιερωμένοι εξορκισμοί, εκείνος ξαναγύρισε και βασάνιζε τον κόσμο, σκότωσε μάλιστα και τέσσερις ή πέντε ανθρώπους.
Τότε τον ξέθαψαν για δεύτερη φορά και τον έκαψαν σε επίσημη δημόσια τελετή.

Πριν δυο χρόνια, για την ίδια αιτία, έκαψαν άλλα δυο πτώματα στη Σίφνο. Και δεν περνάει χρόνος που να μην γίνει λόγος γι’ αυτούς τους ψευδοαναστημενους.

Αλλά εκείνο που αναστάτωσε περισσότερο την Σαντορίνη ήταν η προσήλωση ενός βρυκόλακα στη χήρα του. Λεγόταν Αλέξανδρος, ήταν παπουτσής και κατοικούσε στον Πύργο.
Ύστερα από το θάνατό του παρουσιάστηκε στη γυναίκα του, όπως ακριβώς ήταν και στη ζωή. Ερχόταν στο σπίτι και δούλευε, μερεμέτιζε τα παπούτσια των παιδιών, έβγαζε νερό από τη στέρνα. Και πολλές φόρες τον έβλεπαν να κόβει ξύλα για τη φαμίλια του.
Ύστερα από λίγο καιρό ο κόσμος τρομοκρατημένος τον ξέθαψε, τον έκαψε και μαζί με τον καπνό εξαφανίστηκε και η εξουσία του σατανά.

Έμαθα από ένα αξιόπιστο πρόσωπο πως στην Αμοργό, αυτοί οι βρυκόλακες έχουν τόσο αποχαλινωθεί που δεν τρέχουν μονάχα εδώ κι εκεί τις νύχτες, αλλά παρουσιάζονται και μέρα μεσημέρι,
πολλές φορές πέντε μαζί στα χωράφια και μαζεύουν φάβα. Ήθελα να έλθουν εδώ μερικοί από τους δικούς μας τους άθεους της Γαλλίας, όχι για να ακούσουν αλλά να δουν με τα μάτια τους στο φως της ημέρας και να βεβαιωθούν ποσό άδικο έχουν που πιστεύουν ότι σαν πεθαίνει ο άνθρωπος όλα πεθαίνουν μαζί του*.

*(Υπάρχει άραγε μια πανάρχαια παράδοση στις δεισιδαιμονίες που κυριαρχούσαν στις Κυκλάδες κατά το μεσαίωνα και στους νεώτερους χρόνους; Οι αρχαιολόγοι που μελέτησαν τα ευρήματα στα νεκροταφεία του πρωτοκυκλαδικού λεγόμενου πολιτισμού, στη Σύρο, στη Νάξο, στην Αμοργό (3.000 π.χ. περίπου) παρατήρησαν με έκπληξη ότι οι νεκροί θάβονταν σε στενόχωρους τετραγωνικούς τάφους , διπλωμένοι στα δύο, έτσι που τα γόνατα να φθάνουν στο πρόσωπο. Μπορεί και να δένονταν πριν ακόμα ξεψυχήσουν. Και οι τάφοι καλύπτονταν από όλες τις πλευρές με βαριές πλάκες, κλείνονταν οι νεκροί ασφυκτικά στο κιβούρι τους για να μην μπορέσουν ίσως να ξαναβγούν στον επάνω κόσμο και βασανίσουν τους ζωντανούς, για να μην βρυκολακιάσουν ίσως).

Ιδού όμως και μια άλλη απόδειξη:

-Ο ηγούμενος του περίφημου μοναστηριού της Αμοργού, μου διηγήθηκε ότι ένας έμπορος από την Πάτμο πηγαίνοντας στην ανατολή για εμπόριο,
αντί να κερδίσει χρήματα έχασε τη ζωή του. Μαθαίνοντας η γυναίκα του το θάνατό του, έστειλε ένα καΐκι για να φέρουν τον νεκρό στην πατρίδα του και να τον θάψουν κατά πως ταιριάζει σε χριστιανό.

Έβαλαν λοιπόν το πτώμα σε μια κασέλα, τη φόρτωσαν στο καΐκι και ξεκίνησαν για το νησί. Ένας από τους ναυτικούς κάθισε επάνω στη κασέλα. Ξαφνικά νιώθει κάτι να κουνιέται μέσα.
Το λέει στους συντρόφους του. Αποφασίζουν τότε να την ξεκαρφώσουν για να δουν σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο νεκρός. Ανοίγουν και τι να δουν. Ο πεθαμένος έδειχνε σαν να ήταν ολοζώντανος.
Καταλαβαίνετε τώρα τον τρόμο των θαλασσινών. Αλλά τι να κάνουν, είχαν την υποχρέωση. Ξανακάρφωσαν την νεκρόκασα, έφτασαν στο νησί και την παρέδωσαν στη χήρα χωρίς να πουν λέξη για ότι είδαν στο καΐκι.

Αλλά λίγες μέρες μετά την κηδεία ο πεθαμένος σκόρπισε τη φρίκη και το θάνατο στο νησί. Έμπαινε τις νύχτες στα σπίτια ουρλιάζοντας και χτυπώντας. Δεκαπέντε άνθρωποι άλλοι από τα χτυπήματα, άλλοι από την τρομάρα τους πήγαν στον άλλο κόσμο.

Οι ιερείς και οι καλόγεροι του τόπου έκαναν ότι μπορούσαν για να σταματήσουν αυτή την τραγωδία. Ωστόσο οι εξορκισμοί και οι δεήσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Αποφασίζουν λοιπόν, να διώξουν το νεκρό από το νησί και να τον μεταφέρουν στον τόπο του θανάτου του, στη μικρά Ασία. Τον φόρτωσαν στο καΐκι αλλά οι ναυτικοί δεν τον πέρασαν αντίπερα, στο πρώτο ερημονήσι που βρήκαν άναψαν φωτιά και τον έκαψαν. Κι από τότε ο βρυκάλακας δεν ξαναφάνηκε.

– Ο ηγούμενος προσπαθούσε να με πείσει ότι αυτές οι εμφανίσεις των βρυκολάκων αποδείχνουν πόσο ορθή είναι η πίστη της ελληνικής εκκλησιάς.

Μου λέει:

Είδατε κανένα τούρκο ή κανένα Λατίνο να μεταμορφώνεται έτσι μετά το θάνατό του;
Τα αντίθετο συμβαίνει του απαντώ.

Το ότι μπαίνει ο σατανάς στους πεθαμένους σας και τους κάνει να βρυκολακιάζουν δείχνει ότι η ελληνική πίστη είναι καταδικασμένη από τον θεό. Όσο για τους τούρκους και τους Λατίνους που τάχα δεν γίνονταν βρυκόλακες τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όπως προκύπτει από την ιστορία των αράβων, αυτά τα φαινόμενα ήταν συνηθισμένα στην έρημο.

Έπειτα του θύμισα κάτι που είχε συμβεί στη Σαντορίνη με τον Μαμούρη, ένα Λατίνο κληρικό που τούρκεψε. Με απαίτηση όλου του λαού κρεμάστηκε στην αντένα του ανεμόμυλου. Ε λοιπόν, μ’ όλο που ήταν τούρκος, βρυκολάκιασε και καταβασάνισε τον κόσμο μετά το θάνατό του, ώσπου τον έκαψαν και ησύχασε το νησί.

-Πρέπει να προσθέσω ότι υπάρχουν κι άλλοι πεθαμένοι στα ελληνικά νεκροταφεία που τα πτώματά τους μένουν άλιωτα δεκαπέντε και είκοσι χρόνια μετά τον ενταφιασμό τους. Και τους βρίσκουν φουσκωμένους σαν μπαλόνια. Κι αν τους χτυπήσεις ηχούν όπως τα τύμπανα. Αυτόν τον πεθαμένο τον λένε «ντούπι».

Το πώς γίνεται αυτό δεν είναι της στιγμής. Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι ότι οι Έλληνες πιστεύουν πως οι άλιωτοι είναι αφορισμένοι.

Είναι γνωστό ότι οι έλληνες ιερείς και μητροπολίτες όταν αφορίζουν κάποιον προσθέτουν στο τέλος την κατάρα:

«Και μετά θάνατον άλυτος και τυμπανιαίος».

Γι’ αυτό ακριβώς, ο λαός που βλέπει συχνά άλιωτους νεκρούς, τρέμει όταν ακούει ένα απλό παπά να εκτοξεύει τον αφορισμό του σαν να είναι πατριάρχης.

Ο Richard παραθέτει στο χρονικό του και ένα κείμενο αυθεντικό, σχετικά με τα χαρακτηριστικά των βρυκολάκων και τις αιτίες που προκαλούσε το βρυκολάκιασμα.

Το αντέγραψε από παλιό χειρόγραφο που βρήκε στο ναό της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης.

Όποιος έχει κατάραν, κρατούσιν μόνον τα έμπροσθεν του σώματός του.
Εκείνος όπου έχει ανάθεμα, φαίνεται κίτρινος και ζαρωμένα τα δάχτυλά του.
Εκείνος όπου φαίνεται άσπρος είναι αφορισμένος παρά των Θείων Νόμων.
Εκείνος όπου φαίνεται μαύρος είναι αφορισμένος υπό αρχιερέως.

Περί βρυκολάκων γράφει και ο Γάλλος περιηγητής Thevenot που ταξίδεψε στο Αιγαίο το 1655.

Στη Χίο διάβασε ένα υπόμνημα με πληροφορίες για τα χωριά του νησιού και τις δεισιδαιμονίες των κατοίκων:

«Οι κάτοικοι αυτού του τόπου πιστεύουν ότι το πτώμα που δεν θα λιώσει σε σαράντα μέρες γίνεται βρυκόλακας». Ο Συγγραφέας του υπομνήματος σημειώνει ότι περνώντας από εκεί τον Απρίλη του 1637 βρήκε ένα παππά να διαβάζει ευχή πάνω σε ένα πτώμα που ενώ ήταν θαμμένο πενήντα μέρες δεν έδειχνε διόλου αποσύνθεση. Μονάχα ένας σκώληκας έβγαινε από το μάτι του πεθαμένου. Είναι η πανουργία του σατανά, είπε ο παππάς που θέλει να μας ξεγελάσει για να πιστέψουμε ότι το σώμα έχει σαπίσει. Όπως εξήγησε ο παππάς, το σώμα ή μάλλον το πνεύμα του γύριζε τις νύχτες στο χωριό, χτυπούσε τις πόρτες και καλούσε τους ανθρώπους με το όνομά τους, κι όσοι απαντούσαν πέθαιναν σε δύο ή τρεις ήμερες).

Πληροφορίες για την Σαντορίνη του ΙΖ’ αιώνα ανευρίσκονται και στην ιστορία των φράγκικων δουκάτων του Αιγαίου του Sauger που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1699:

-Το λιμάνι της Σαντορίνης είναι άπατο ακόμα και ένα βήμα από την ακτή. Άβυσσος που είναι αδύνατο να βυθομετρηθεί. Σε αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο. Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες ύστερα από την ταφή τους. Και κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει. Οι Σαντορινιοί τους λένε «βρυκόλακες».

-Σκότωσαν ένα χωριάτη Μυκονιάτη, από φυσικού του δύστροπο και φιλόνικο. Κανείς δεν ήξερε πως και γιατί. Δύο μέρες μετά τον ενταφιασμό του διαδόθηκε ότι τον είδαν να περπατάει τη νύχτα με βαριά βήματα, να μπαίνει στα σπίτια, να αναποδογυρίζει τα έπιπλα, να σβήνει τα λυχνάρια, να αγκαλιάζει ξαφνικά τους ανθρώπους και γενικά να κάνει χίλιες δυο κατεργαριές.

Στην αρχή γέλασαν όλοι. Μα όταν άρχισαν να παραπονούνται και σοβαροί άνθρωποι η υπόθεση πήρε διαστάσεις.

Οι παππάδες έκανα εξορκισμούς. Τίποτα, ο Μυκονιάτης συνέχιζε αδιόρθωτος τις πανουργίες του. Τη δέκατη μέρα έγινε λειτουργία για να εκδιωχθεί ο δαίμονας. Αποφασίστηκε να ξεθάψουν το κουφάρι και να του ξεριζώσουν την καρδιά μέσα στην εκκλησία.

Ο χασάπης της Μυκόνου, γέρος και αδέξιος, αντί να ανοίξει το στέρνο, άνοιξε την κοιλιά. Έψαξε, έψαξε αλλά δεν εύρισκε αυτό που ζητούσε. Κάποιος του είπε να ανοίξει το διάφραγμα. Έτσι έβγαλα την καρδιά.
Για να καλυφθεί η μπόχα του πτώματος έκαιγαν λιβάνια. Αλλά το θύμιαμα, καθώς ανακατευόταν με τις αναθυμιάσεις του κουφαριού προκαλούσε φοβερότερη μπόχα.

Οι φτωχοί άνθρωποι τρελάθηκαν. Πάθαιναν παραισθήσεις, έβλεπαν εφιαλτικά οράματα. Φώναζαν πως από το ανοιγμένο κουφάρι έβγαινε πηχτός καπνός.
Που να τολμήσουμε να τους πούμε πως ήταν από το λιβάνι.

Μέσα στην εκκλησία αντηχούσε μονάχα η κραυγή «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!» «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!», Από το θόρυβο θαρρούσες πως θα γκρεμισθεί ο θόλος του ναού.
Ο χασάπης έβανε όρκο πως το πτώμα ήταν ολόζεστο. Μερικοί έλεγαν πως το αίμα ήταν κατακόκκινο.

Το φοβερό νέο απλώθηκε από σοκάκι σε σοκάκι σε όλη την πολιτεία. Και σε λίγο όρμησαν στην εκκλησία ένα πλήθος νησιώτες που βεβαίωναν πως όταν έφεραν το πτώμα από τα χωράφια ήταν ακόμα ζεστό. Σίγουρα λοιπόν είχε βρυκολακιάσει.

Βρισκόμουν πλάι στο κουφάρι για να βλέπω καλύτερα. Παραλίγο να λιποθυμήσω από την δυσωδία. Αλλά οι ζαλισμένοι νησιώτες ξέφρενοι από την τρομάρα, νόμιζαν πως είχε ακόμα ζωή. Ζήτησαν τη γνώμη μου και τους είπα ότι είναι 100 τοις εκατό πεθαμένος. Τους εξήγησα ήρεμα όλα τα περίεργα φαινόμενα και τις παραισθήσεις. Ποιος να με ακούσει;

Πήραν την καρδιά στην ακρογιαλιά και την έκαψαν. Με όλα αυτά ο βρυκόλακας δεν εννοούσε να ησυχάσει. Έγινε περισσότερο επιθετικός . Άνοιγε πόρτες και δωμάτια, ξυλοκοπούσε ανθρώπους τη νύχτα, έσπαζε παράθυρα, έσκιζε φορέματα, άδειαζε τις κυψέλες των μελισσιών και τα κρασοβάρελα. Μονάχα στο σπίτι του προξένου όπου είχαμε εγκατασταθεί δεν τόλμησε να τρυπώσει.

Όλο το νησί είχε υποστεί ομαδική παράκρουση. Ακόμα και οι έξυπνοι και οι μορφωμένοι είχαν παρασυρθεί. Ήταν μια αρρώστια του εγκεφάλου, επικίνδυνη όπως η μανία ή η λύσσα.
Οικογένειες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και έστηναν τα κρεβάτια τους καταμεσής στην πλατεία για να περάσουν τη νύχτα τους.
Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην είχε διαπιστώσει την παρουσία του βρυκόλακα. Όλη τη νύχτα άκουγες θρήνους. Πολλοί βγήκαν οικογενειακώς στα χωράφια.

Κάποιος είπε πως το κακό οφείλεται σε μια παράλειψη κατά την τελετή του εξορκισμού.

Η λειτουργία έπρεπε να γίνει μετά την αφαίρεση της καρδιάς. Έτσι ξαναβρεθήκαμε στην αναστάτωση της πρώτης μέρας.
Γενική σύναξη πρωί και βράδυ, λιτανείες τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Οι παππάδες υποχρεωθήκαν να νηστέψουν αυστηρά. Τους έβλεπες να τρέχουν από σπίτι σε σπίτι με την αγιαστούρα στο χέρι.

Είπαμε στους προεστούς να στήσουν ενέδρες τη νύχτα και να παρατηρούν τι συμβαίνει στην πολιτεία. Έτσι έπιασαν μερικούς βαγαπόντηδες που είχαν προκαλέσει όλη την αναστάτωση.
Δεν ήταν βεβαία οι πρώτοι δράστες και τους άφησαν ελεύθερους. Για να αναπληρώσουν τη νηστεία της φυλακής άρχισαν να αδειάζουν τη νύχτα τα σπίτια των κατοίκων που είχαν εγκαταλείψει το βιος τους.
Έτσι ξανάρχισαν οι λιτανείες.

Μια μέρα, αφού κάρφωσαν κι εγώ δεν ξέρω ποσά γυμνά σπαθιά επάνω στο μνήμα του βρυκόλακα (ξέθαφταν το πτώμα τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα ανάλογα με τις εμπνεύσεις του καθενός). Ένας Αρβανίτης που βρέθηκε στη Μύκονο είπε με ύφος μεγάλου σοφού ότι είναι γελοίο να καρφώνουν τον βρυκόλακα με σπαθιά χριστιανικά.

–Δεν βλέπετε χαζοί, ότι η λαβή αυτών των σπαθιών έχει το σχήμα του σταυρού κι εμποδίζει τον σατανά να βγει από το κουφάρι; Χρειάζονται τουρκικά σπαθιά. Αλλά και η συνταγή του Αρβανίτη δεν ωφέλησε.
Ο βρυκόλακας φαινόταν άτρωτος. Δεν ήξεραν πια σε ποιον άγιο να προσευχηθούν.

Ξαφνικά μια φωνή υψώθηκε από όλη την πόλη: πρέπει να κάψουμε ολόκληρο τον βρυκόλακα. Ξέθαψαν πάλι το κουφάρι και το κουβάλησαν στην πούντα του Άη Γιώργη, άναψαν δυνατή πυρά με πίσσα (όχι ξύλο, από φόβο μήπως ο βρυκόλακας σβήσει την φωτιά) και το αποτέφρωσαν. Ο διάβολος είχε παγιδευτεί και εξοντώθηκε.

Ήταν καιρός. Γιατί οι περισσότερες οικογένειες ετοιμάζονταν να μεταναστεύσουν στην Τήνο ή τη Σύρο.

Οι λαϊκές δεισιδαιμονίες για τα βρυκολακιάσματα ταλάνισαν τον τόπο μας και κατά τους σκοτεινούς αιώνες της εθνικής δουλείας.
Περιστατικά ομαδικών ψυχώσεων αναφέρονται κατά τη διάρκεια του εικοσιένα, κατά την περίοδο που ακολούθησε την εθνική αποκατάσταση, ακόμα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας.

Οι δεισιδαιμονίες έπαιρναν διαστάσεις λαϊκού πανικού και αλλοφροσύνης, όπως ύστερα από τις επιδημίες που προκαλούσαν θανατικό.

Το 1823 η Νάξος είχε αποδεκατιστεί από την ευλογιά. Τότες ακριβώς άρχισαν στο νησί τα ομαδικά βρυκολακιάσματα των πεθαμένων.

Κάτι ανήκουστο έγινε το 1893 στο χωριό Βουρκωτή της Άνδρου.

Η γυναίκα ενός χωρικού υπέφερε από επιλόχειο πυρετό. Ο σύζυγος, επειδή πριν λίγες πέθανε η μητέρα του, πίστεψε πως βρυκολάκιασε και βασάνιζε τη νύφη της.

«Το επίμονον της συζύγου του πάθος απέδωκεν ο σύζυγος εις την πρότινων ημερών θανούσαν μητέρα του ητις κατά την κρίσιν του, επειδή ζώσα δεν ηυτύχησε να ιδή εγγονόν, ηδη νύκτωρ επεφοίτα επί της κλίνης της ασθενούς και τεκούσης νύμφης της και παρενώχλει αυτήν. Και ο αλιτήριος, χωρίς να διστάσει, εξέθαψε το πτώμα της ιδίας μητρός και, φρικτόν ειπείν, διαμέλισεν αυτό εις τεμάχια, ατινα εδώ κι εκεί κατέρριψε».

Απήχηση των λαϊκών δεισιδαιμονιών για τους βρυκόλακες αποτελεί και το διήγημα του Σκιαθίτη πεζογράφου Αλέξανδρου Μωραϊτίδη «Η Κουκίτσα»

-Και μια βραδιά, την ώρα όπου ανάπτουν τα φώτα, ολίγας εβδομάδας μετά τον θάνατον της Κουκίτσας, διεδόθη εις το χωρίον; Βρυκολάκιασε η Κουκκίτσα……

Απoσπάσματα από:
Κυριάκος Σιμόπουλος,
Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333μ.Χ. – 1700
τόμος Α

Facebook Comments
Κυριακή Αδάλιαλη

Γεννήθηκε στην Καβάλα κάποια μερικά χρόνια πριν. Σπούδασε Ιστορικός στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ζει και εργάζεται στην γενέτειρα πόλη της.