Όλα Τελείωσαν Κάτω από την Βροχή

Φαντασιοπλαστείο
Στείλε μπιλιετάκι
  • 12
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    12
    Shares

Όλα τελείωσαν κάτω από την βροχή. Θα’ ταν, δε θα’ ταν τέλη Αυγούστου. Η ατμόσφαιρα μύριζε από το φευγιό του καλοκαιριού. Ήταν εκείνη η στιγμή στο πέρασμα του χρόνου που ο μήνας της φωτιάς αγκάλιαζε εκείνον του ανέμου. Δυο ψυχές φώτιζαν σαν ολόλαμπρα φεγγάρια στο καταπράσινο λιβάδι. Η κοπέλα, τυλιγμένη με μια εσάρπα, στο χρώμα του πάγου, κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο. Εκείνος, ντυμένος στα μαύρα, βρεμένος μέχρι το κόκαλο… και δυο βλέμματα γεμάτα δαίμονες και αγγέλους. Πόσος πόνος και αγάπη μπορεί να κρύβεται μέσα σε δυο σώματα; Αναρωτιέμαι… πόσος…;

Το πρόσωπο του άντρα στράφηκε στον ουρανό. Το καθάριο νερό του ουρανού ξέπλενε την ψυχή και το σώμα του. «Μην κλαις για εμένα, Ηλέκτρα…»

Μηλιά δε βγήκε από το στόμα του μα λέξεις χόρεψαν μαζί με τις σταγόνες του νερού και ταξίδεψαν στα αυτιά της Ηλέκτρας.

Εκείνη έμπηξε τα δάχτυλα της βαθύτερα στον υγρό κορμό του δέντρου.

«Δεν κλαίω για σένα Ορέστη. Για εμάς κλαίω και για τον έρωτα μας…»

Ένα πικρό χαμόγελο στόλισε το πρόσωπο του καθώς γύρισε να την κοιτάξει. «Ότι ήθελες το είχες, Ηλέκτρα… Τι ήταν αυτό που δεν σου πρόσφερα;»

«Ήθελα ένα παιδί δικό σου. Ένα παιδί… δικό μας…», ψέλλισε εκείνη και αιχμαλώτισε τα χείλη με τα δόντια της.

«Δυο παιδιά γέννησες μα πόσα λίγα ξέρεις…»

«Η Ευθαλία και ο Ιάσων είναι παιδιά του αδερφού σου, Ορέστη… Όχι δικά μας…», είπε η Ηλέκτρα και τράβηξε το κορμί της μπροστά από το δέντρο, αντιμετωπίζοντας τον κατά πρόσωπο.

«Την Ευθαλία εγώ στην έκανα δώρο…», χαμογέλασε ξανά εκείνος. «Ο Ιάσων… εκείνος είναι παιδί του αδερφού μου.»

«Δεν μπορείς να μιλάς με σιγουριά…», κούνησε το κεφάλι της εκείνη. «Κανείς δεν ξέρει…»

«Ξέρω εγώ», επέμεινε ο Ορέστης. «Εκεί που πήγα… έμαθα. Η Ευθαλία μας, είναι ο καρπός του έρωτα μας… Ο μόνος που επέζησε…»

«Ακόμη σε αγαπώ…», κλαψούρισε με πόνο εκείνη. «Πάντα… Στο ορκίζομαι, πάντα θα σε αγαπώ…»

Ο Ορέστης έκανε ένα βήμα πιο κοντά σε εκείνη μα το βρόχινο νερό, σα τοίχος, έκλεισε τον δρόμο του. «Μια στιγμή μόνο, Ύψιστε…», μουρμούρισε εκείνος ανάμεσα από σφιγμένα δόντια. Κατάρα μεγάλη, νεκρός να μιλάει με ζωντανούς. «Μια στιγμή μόνο να την πάρω αγκαλιά…»

«Ορέστη δεν μπορώ να σε ακούσω!!», φώναξε η Ηλέκτρα.

«Είχες δίκιο τότε, Ηλέκτρα…», ένας αχνός ψίθυρος έφτασε στα αυτιά της. Το στόμα του σφραγίστηκε και πάλι.

«Πότε, αγάπη μου;;», ρώτησε με αγωνία. «Πότε μου λες πως είχα δίκιο;;»

«Σε πρόδωσα… Εγώ όπλισα το χέρι σου…»

Το πρόσωπο της Ηλέκτρας σκοτείνιασε μονομιάς. Εικόνες βαμμένες με αίμα, σκορπίστηκαν στο μυαλό της σα να μπήκε ένα αόρατο χέρι μέσα στα βάθη των αναμνήσεων της και ανακάτεψε ότι βρήκε.

«Μέχρι και φόνισσα έγινα για να κρατήσω τον έρωτα μας αλώβητο…»

«Δε σε αδικώ, έρωτα μου…», το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. «Συγχώρεσε με…»

«Πόσο πόνεσα…», χαμήλωσε το κεφάλι της με το χέρι στο ύψος της καρδιάς να γίνεται σφιχτή γροθιά. «Πόσο υπέφερα όταν σε σκότωσα… Εσύ…», σήκωσε το πονεμένο βλέμμα της σε εκείνον. «Εσύ… με εκείνη… αγκαλιά στο κρεβάτι μας…»

«Όπως τότε που ο αδερφός μου μας βρήκε στο δικό σας κρεβάτι…»

«Άλλος ένας νεκρός φορτωμένος στην πλάτη μου», κάγχασε εκείνη. «Εμείς τον σκοτώσαμε, Ορέστη.»

«Η καρδιά του…»

«Εμείς!»

«Ηλέκτρα!!», η βροντερή φωνή του ήχησε σαν αστραπή και η Ηλέκτρα τραβήχτηκε και πάλι πίσω από το δέντρο με τρόμο μήπως η οργή του νεκρού έρωτα της ξεσπάσει επάνω της. Ένας θλιβερός λυγμός ξέφυγε από τα χείλη της και η βροχή δυνάμωσε στο άκουσμα του κλάματος της.

«Όχι, όχι αγάπη μου…», η φωνή του Ορέστη ακούστηκε πονεμένη. Δεν μπορούσε πλέον να τον δει. Η πλάτη της έμεινε κολλημένη στον κορμό. «Αγάπη μου, μην κλαις…»

Λεπτά περνούσαν κι εκείνη δεν μιλούσε. Μόνο τα αναφιλητά και οι λυγμοί της χρωμάτιζαν με γκρίζες νότες το βουβό τοπίο. Ώρες περνούσαν… Πολλές, πολλές ώρες…

«Ηλέκτρα…»

«Ηλέκτρα μου…»

«Φως μου και έρωτα μου, σταμάτησε να κλαις… Ήρθε η στιγμή του αποχωρισμού…»

Στο άκουσμα της λέξης εκείνης, η Ηλέκτρα πετάχτηκε πίσω από το δέντρο αλαφιασμένη.

«Δεν… δεν θα σε ξαναδώ;;;», αναρωτήθηκε φωναχτά εκείνη, με την καρδιά της να σφυροκοπά ανάμεσα στα στήθη της.

«Να λατρεύεις την Ευθαλία με μιαν αγάπη μου μέτρο δε θα έχει…», είπε εκείνος με πρόσωπο σκαμμένο από την θλίψη. «Να λατρεύεις το ίδιο και τον Ιάσων… Να τιμάς την μνήμη του αδερφού μου… Να τιμάς και την δική μου…»

«Ορέστη, πες μου αν θα σε ξαναδώ!!», φώναζε εκείνη.

«Τις αναμνήσεις από το παρελθόν να τις κρατάς καλά κρυμμένες μέσα σου και να τις έχεις οδηγό για το μέλλον…», συνέχιζε εκείνος.

«Ορέστη, σε παρακαλώ!! Πες μου!!!», ούρλιαζε πλέον εκείνη. Το σώμα της σαν να μην την υπάκουγε πλέον, όρμησε στη βροχή. Έτρεχε. Έτρεχε να τον πλησιάσει μα η εικόνα του παρέμενε μακριά της.

«Ηλέκτρα…», φωνή αγγελική βγήκε από το στόμα του κι εκείνη πάγωσε. Άγαλμα μαρμάρινο έμεινε στο άκουσμα της. «Να προσέχεις τις μέρες που θα’ ρθούν… Την αγάπη μου να έχεις φυλαχτό στον κόρφο σου και να μην φοβάσαι… Πάντα θα σε προσέχω… Πάντα θα σε αγαπώ… Πάντα, πόνε μου κι έρωτα μου…»

«ΟΡΕΣΤΗ!!!!»

………………………………………………

Το ουρλιαχτό της ξέσκισε το σώμα και την ψυχή της μα ο αγαπημένος της εξαφανίστηκε μέσα σε μια δίνη από νερό και σύννεφα. Η βροχή σταμάτησε απότομα όταν τα γόνατα της συνάντησαν το λασπωμένο χορτάρι. Ένας γκρίζος ουρανός αγκάλιασε το θλιβερό τοπίο και η Ηλέκτρα χαμήλωσε το κεφάλι της ηττημένη.

«Καλό ταξίδι άγγελε μου…», ψέλλισε παγωμένα.

«Μαμά!!!»

Η Ηλέκτρα τίναξε το κεφάλι της πάνω. Η Ευθαλία της…

«Μανούλα, γιατί είσαι έξω;; Γιατί είσαι μακριά από το σπίτι;;»

Εκείνη χαμογέλασε και χάθηκε στο καταγάλανο, καθάριο βλέμμα της κόρης της.

«Μέσα στην βροχή είναι ο Θεός, αγγελάκι μου… Κι ο Θεός κρατάει στην αγκαλιά του τον πατέρα σου… Πως μπορώ εγώ να εμποδίσω την βροχή να με μουσκέψει; Πως μπορώ εγώ να αρνηθώ την μνήμη και το άγγιγμα του πατέρα σου;»

Το κοριτσάκι έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό και ένα μικρό χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπο του.

Αν βρεθείτε ποτέ σε εκείνο το λιβάδι, μην φοβηθείτε… Δυο μορφές χορεύουν κάτω από την βροχή στο τέλος κάθε καλοκαιριού… Είναι η Ηλέκτρα και ο Ορέστης, δυο ψυχές ορκισμένες στην αγάπη… δεμένες με τις αλυσίδες του πεπρωμένου και του έρωτα… Όλα ξεκίνησαν και τελείωσαν κάτω από την βροχή…

Facebook Comments

Δεν είμαι κόρη εφοπλιστή, δεν περιμένω τον πρίγκιπα επάνω στο άλογο, δεν είμαι άνθρωπος του «πρέπει». Ζω στον δικό μου χρωματιστό κόσμο, χωρίς όρια, χωρίς σύνορα και με πολύ φαντασία. Να με φωνάζετε «Ντέμι». Αυτή θα είμαι…

  •  
    12
    Shares
  • 12
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •