Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού – Γιάννης Ρίτσος

Μας φώτισες

Ανεβήκαμε στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε λουλούδια από τον ουρανό.Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα του ήλιου.

Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.

Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.

Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται στο νερό.

Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ' τα παράθυρά μας, πηδάνε το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.

Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των αμπελιών, που απ' τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και τρυφερό σαν του Χριστού.

Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ' άστρα.

Και τ' άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κ' η καρδιά μας είναι πιο πολύ από τ' άστρα.

(απόσπασμα)