Το ποίημα της ημέρας | Σάββας Βραχνός – «Ανάβαση»

Μας φώτισες

Κοντοστάθηκε για μια στιγμή.

Μπροστά του τα πέτρινα σκαλιά

στενά, απόκρημνα,

σκαλισμένα στο θεόρατο κάθετο βράχο

κι από κάτω η άβυσσος.

 

Δέος μα και γλυκό αεράκι

στα κόκκινα φυλλώματα.

Άρχισε ν’ ανεβαίνει

με πέλματα μουδιασμένα.

(Πίσω του ξετύλιγε κι ένα κουβάρι λογικής

διάφανο· έτσι, για να βρίσκεται).

 

Δε φοβόταν.

Ανέμου χέρια χώνονταν

ανάμεσα στα πόδια του

μα δε φοβόταν.

Δε φοβόταν ούτε θάνατο.

(Μετά το θάνατο η ψυχή ξέρει το δρόμο της

για τα κορμιά που άψυχα περιμένουν.)

 

Ανέβαινε όλο και πιο γρήγορα

να την προφτάσει

μα εκείνη πάντα μια ανάσα μπροστά.

Κορμί αδύνατο·

σαν από νερό·

σαν από κύμα καμωμένη.

Του ορίζοντα κόρη και της θάλασσας.

 

Πόσα σκαλιά είχε ανέβει;

Πόσα ήθελε ακόμα ν’ ανεβεί; Δεν ήξερε.

Ήθελε μόνο να βουτήξει στα νερά της.