Το ποίημα της ημέρας | Θάνος Ανεστόπουλος – “Απουσία”

Μας φώτισες

Βουρκωμένη έρημη νύχτα

Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο

Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο

που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει,

εξασθενεί.

Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα

-καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας

Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα

Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του

η τελευταία ανάμνηση.

Το τελευταίο χτύπημα.

Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα.

Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.

Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.

Βροχή από αλάτι

Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει

την προσπάθεια για ύπνο λευκό.

Τώρα είμαι ξυπόλητος γυμνός πάνω από τα μαχαίρια

κάτω απ’ τις μυλόπετρες

του μελανιού.

Μόνος με τα χέρια μου γεμάτα με πετράδια

απ’ τα μαλλιά της.

Καθώς με νιώθω ακίνητο

στη μέση του στενού αυτού δωματίου

Η μοναξιά τυλίγει αυτό που άγγιξα με τα μάτια.

Αυτήν την χαίτη, της βουρκωμένης έρημης νύχτας.

Καθώς με βλέπω αύπνωτο

Σπίτι έρημο

Και πρωινό θολό

Σαν χώρα μοιάζω