“ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ”

Τα σπάει

Σύλλογος “Αναστενάρια Λαγκαδά”

Κάθε χρόνο ο Σύλλογος αναβιώνει τό έθιμο των Αναστεναρίων καί προσελκύει πλήθος επισκεπτών στήν πόλη του Λαγκαδά τόσο από τήν Ελλάδα όσο καί κυρίως από τό εξωτερικό ( Ιστορικούς, Λαογράφους , Πανεπηιστημιακούς ).
Γιά άλλη μιά χρονιά μέ υπερηφάνεια θα αναβιώσουν τό τριήμερο 21 – 22- 23 Μαίου 2018 τό έθιμο τών Αναστεναρίων.
Γιά περισσότερες πληροφορίες

E-Mail : [email protected]
Tel: 00302394023139. 00306932329979
Σύλλογος Αναστενάρια
Λαγκαδά
Μέ τιμή
Ο Πρόεδρος
Αναστάσιος Γκαιντατζής

Δείτε την σχετική εκδήλωση στο facebook εδώ


“Αναστενάρια : μια πολλών αιώνων χριστιανική ορθόδοξη παράδοση”

lagadas24.gr

Επιστημονική ανάλυση του Λαγκαδιανού κ.Παπαρίζού Αντώνη καθηγητή Κοινωνιολογίας και Κοινωνιολογίας της Θρησκείας Τμήματος Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου

Τα Αναστενάρια: Παράδοση και Ιστορία
Η λατρεία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης
Δεν πρόκειται για ένα απλό χριστιανικό ορθόδοξο έθιμο, ανάμεσα στα τόσα πολλά χριστιανικά έθιμα, λατρείας τοπικού ή και πολιούχου Αγίου ή Αγίας, όπως επί παραδείγματι του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης.

Σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο, αλλά και στην Μεσόγειο, από την Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Σικελία και την Βόρειο Αφρική, όπου υπήρξαν και έζησαν Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι, η λατρεία τοπικών και πολιούχων Αγίων ήταν ευρύτατα διαδεδομένη ως μία αυτονόητα χριστιανική παράδοση συσπείρωσης και ενότητας των κοινοτήτων, των χωριών και των πόλεων. Η λατρεία, δηλαδή, τοπικών Αγίων αποτελεί μία ιδιαίτερη ελληνική παράδοση, παρ’ όλον ότι μπορούμε να την διαπιστώσουμε αρκετά συχνά και σε άλλες Ορθόδοξες Χριστιανικές Εκκλησίες των Βαλκανίων και της Ρωσίας, όπως ακόμη και στην Καθολική Εκκλησία.

Τα “Αναστενάρια”, όμως, αποτελούν μία εντελώς ιδιαίτερη τοπική χριστιανική λατρεία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, η οποία και διατηρήθηκε, δίχως διακοπή, επί αιώνες στην Ανατολική Θράκη και εντοπίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε τέσσερα ελληνικά χωριά, το Κωστή και το Προδύλοφο, το Γαλάζιο και τον Άγιο Στέφανο. Όταν οι κάτοικοι των χωριών αυτών ήρθαν ως πρόσφυγες και εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία, και ειδικότερα στον Λαγκαδά και στην Αγία Ελένη, στην Μαυρολεύκη και στην Μελίκη, κ.ά., ήρθε όπως ήταν αυτονόητο και η λατρεία των Αναστεναρίων, η οποία αποτελούσε για τις κοινότητες αυτές την κεντρική τοπική λατρεία, με βάση και την οποία και ήταν οργανωμένη ολόκληρη η κοινοτική τους ζωή.

Θα ήθελα να επισημάνω εδώ, ότι για τις κοινότητες αυτές των Ελλήνων της Θράκης και πλέον και της Μακεδονίας, τα “Αναστενάρια” δεν αποτελούν ένα γεγονός μέσα στην καθημερινότητα της αγροτικής και κοινοτικής τους ζωής, αλλά ολόκληρη η κοινοτική τους κοινωνική και θρησκευτική ζωή είναι ενσωματωμένη στον κύκλο της λατρείας των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ο κύκλος λατρείας αυτός περιλαμβάνει συνεχόμενες καθ’ όλη την διάρκεια του έτους τελετές και λατρευτικές πράξεις, με δεύτερους σημαντικούς Αγίους, τον Άγιο Παντελεήμονα και τους χειμερινούς Αγίους του Ιανουαρίου Αντώνιο, Αθανάσιο και Ευθύμιο.

Όπως, μ’ άλλα λόγια, ίσχυε και ισχύει για όλους τους Έλληνες πρόσφυγες, αλλά και τους μετανάστες παντού στον κόσμο, τα ιερά κειμήλια και η Εκκλησίες, οι τοπικές λατρείες Αγίων και τα πανηγύρια ταξιδεύουν και αποκαθίστανται ξανά στην ζωή των μετοικούντων, ως εάν να μην υπήρχε καμία διακοπή, εξασφαλίζοντας την εθνική και χριστιανική συνέχεια και την ενότητα της ζωής των, βεβαιώνοντας την εθνική-Ελληνική και θρησκευτική τους χριστιανική ταυτότητα.
Το ίδιο συνέβη και με την ιδιαίτερη λατρεία των Αναστεναρίων. Ήταν αδιανόητο να μην εξασφαλιστεί και να μην επαναλαμβάνεται μία λατρεία πολλών αιώνων, συνεχίζοντας και ενισχύοντας την εθνική και χριστιανική ταυτότητα των Ελλήνων της Θράκης που εγκαταστάθηκαν πλέον στην Μακεδονία.

Τα Αναστενάρια: η ιδιαιτερότητα της παραδοσιακής λατρείας
Τα “Αναστενάρια”, όμως, δεν ήταν μία οποιαδήποτε άλλη λατρεία ή έθιμο, ανάμεσα σε τόσες άλλες τοπικές χριστιανικές ορθόδοξες λατρείες. Τα “Αναστενάρια” αποτελούν την ωραιότερη και σημαντικότερη ελληνική και ορθόδοξη χριστιανική τοπική λατρεία της Μεσογείου. Ο χορός και η μουσική των μελών της κοινότητας, οι ιδιαίτερες εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με τις οποίες χορεύουν οι μετέχοντες στο Πανηγύρι και στην Τελετή, όπως και της Παναγίας με τον Ιησού και του Αγίου Παντελεήμονα, η συναισθηματική και έντονη συγκινησιακή “ευφορία” των πανηγυριζόντων, την οποία λάθος ονομάζουν “έκσταση” συνήθως οι παρατηρητές, και, τέλος, η “πυροβασία” των μετεχόντων, πολύ γρήγορα οδήγησαν, όπως ήταν επόμενο, σε ερωτήσεις και εξηγήσεις.
Και λέγοντας “ωραιότερη και σημαντικότερη” τοπική χριστιανική λατρεία, δεν εννοώ ωραιότερη από την άποψη της θεαματικής και της τελετουργικής της μορφής, αλλά από την άποψη της βαθύτατης νοηματικής και ψυχικής σχέσης που αποκαθιστά, ανάμεσα, πρώτον, στον άνθρωπο και στους Αγίους, κυρίως, Κωνσταντίνο, Ελένη και Παντελεήμονα, και, δεύτερον, ανάμεσα στον άνθρωπο και τον θεό: σχέση βαθύτατα ενθουσιαστική και χαρισματική, ανησυχίας και ταυτόχρονα εμπιστοσύνης, αλλά κυρίως πλήρως αληθινή, γοητευτική και πανανθρώπινη.

Όπως ήταν επόμενο, εμπρός σε μία τέτοια ισχυρή τελετουργική λατρεία, οι εξηγήσεις που επιχειρήθηκαν στράφηκαν σε πιθανές ομοιότητες με λατρείες των προ-χριστιανικών ελληνικών θρησκειών, και εύκολα συνδέθηκαν με τις πολλαπλές μορφές λατρείας του πανάρχαιου θεού Διονύσου και των ακολούθων του, όπως και με άλλους ανάλογους θεούς και θεότητες. Έτσι πολύ γρήγορα, οι ενδείξεις και μόνον, διότι τίποτε δεν έχει σαφώς καταδειχθεί παρά τις δεκάδες εργασίες ιστορικών, φιλολόγων και ανθρωπολόγων, οδήγησαν στο να συνδεθούν τα Αναστενάρια με τις Διονυσιακές λατρείες.

Πολύ εύκολα επίσης, δόθηκε η ευκαιρία στον οποιονδήποτε να προβαίνει στις οποιεσδήποτε συγκρίσεις και αναφορές με τις οποιεσδήποτε “εκστατικές” λατρείες ανά τον κόσμο, δίχως ενσυναίσθηση κυρίως των διαφορών που είναι βαθύτατες, σημαντικότατες, και αυτές που εν τέλει καθορίζουν την ιστορική και θρησκευτική μοναδικότητα της λατρείας. Έχω καταλήξει σχεδόν, με σοβαρό βαθμό βεβαιότητας, ότι το μέγιστο λάθος των καλόπιστων παρατηρητών, τόσο των απλών και των δημοσιογράφων, όπως και αξιολογότατων ερευνητών που μελέτησαν και μελετούν την λατρεία, όπως μελετούν και τόσες άλλες, είναι ότι αναζητούν τις ομοιότητες, με βάση και τις οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν την καταγωγή των “Αναστεναρίων” και τις αναφορές τους στις προχριστιανικές Ελληνικές θρησκείες της Μεσογείου.

Επειδή δεν υπάρχει καμία θρησκεία και καμία λατρεία στην ιστορία της ανθρωπότητας, που να μην έχει υιοθετήσει, χρησιμοποιήσει και “χωνέψει” στις αντιλήψεις της, στην θεωρία-δόγματά της για τον άνθρωπο και τον θεό ή τους θεούς και τον κόσμο, για την ζωή και τον θάνατο, όπως και στην λατρεία και στο τελετουργικό της, αντιλήψεις και θεωρήσεις, δόγματα και μορφές λατρείας των προηγούμενων θρησκειών, θα ήταν πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε τις αντιλήψεις και τις ιδέες που δανείστηκε και ενσωμάτωσε η οποιαδήποτε θρησκεία ή και λατρεία από τις προηγούμενες που ήταν αποδεκτές και εν ζωή στις κοινωνίες και στις ιστορικές περιοχές, στις οποίες αναδύθηκε και αποκαταστάθηκε μία νέα.
Ο Πρώτος Χριστιανισμός του 3ου και 4ου αιώνα, δανείστηκε και οφείλει, επί παραδείγματι, τα μέγιστα στα ελληνικά φιλοσοφικά ρεύματα σκέψης, κυρίως του Στωικισμού και του Νεοπλατωνισμού, των Γνωστικών και των Πυθαγορείων, αλλά και άλλων θρησκευτικών μορφών σκέψης της Ελληνορωμαϊκής περιόδου. Τις βαθύτατες αντιλήψεις του Στωικισμού και του Νεοπλατωνισμού μπορούμε να τις βεβαιώσουμε, όχι μόνον στα κείμενα των σημαντικών πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας, του Ωριγένη και των Απολογητών, για παράδειγμα, αλλά ακόμη και στα Ευαγγέλια.

Πολλοί είναι, επίσης, οι σημαντικοί χριστιανοί θεολόγοι της Παλαιάς Διαθήκης, και όχι μόνον, που αναγνωρίζουν με βεβαιότητα, την παρουσία κάποιων κεντρικών αντιλήψεων και δοξασιών της Αρχαίας Περσικής και Αιγυπτιακής Θρησκείας, στην συγγραφή της Παλαιάς Διαθήκης. Η πρώτη συγγραφή της Παλαιάς Διαθήκης άλλωστε, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, έγινε στην Βαβυλώνα από τους εξόριστους Εβραίους, που αναγκάστηκαν να ζουν εκεί μετά την ήττα τους από τους Βαβυλώνιους, λίγο πριν τους ελευθερώσει ο Πέρσης Μέγας Βασιλιάς Κύρος ο Δεύτερος, το 538 π. Χ. Και οι διαπιστώσεις αυτές δεν έχουν τίποτε το μειωτικό ούτε για την Παλαιά Διαθήκη, αλλά ούτε και για τον Χριστιανισμό και τις σύγχρονες δογματικές του αναμορφώσεις.

Κανείς όμως δεν διανοείται να υποστηρίξει ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί Νεοπλατωνική ή Στωική φιλοσοφία, με την ίδια ευκολία, που ο οποιοσδήποτε ισχυρίζεται, και σε δημόσιες ιστοσελίδες μάλιστα, ότι τα Αναστενάρια έχουν κάποια μορφή “διονυσιακής προέλευσης”, ή, ακόμη περισσότερο, ότι είναι κατά κάποιον τρόπο “διονυσιακά”. Και παρ’ όλον ότι γνωρίζουμε, και με κάθε βεβαιότητα, ότι στην Μεσογειακή Ελληνορωμαϊκή περίοδο, μπορούμε να συναντήσουμε θεούς και θεότητες που πεθαίνουν και ανασταίνονται: ο Αιγύπτιος Όσιρις, ο Έλληνας Διόνυσος, ο Άττης της Θράκης, ο Άδωνις και ο Πέρσης ή ορθότερα Μεσοποτάμιος Μίθρα, κανείς δεν διανοείται με ευκολία, αβίαστα και αβασάνιστα, δίχως τεκμήρια, να συνδέσει τον Ιησού Χριστό με έναν απ’ αυτούς. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, για τις Κοινωνικές Επιστήμες, ότι ο Ιησούς Χριστός αποτελεί ένα εντελώς νέο θεϊκό πρόσωπο, ένα από τα Άγια Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, και, ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί μία εντελώς νέα Οικουμενική Θρησκεία, Αποκαλυπτική σύμφωνα με τα Ευαγγέλια.
Θα μπορούσα μάλιστα να υπενθυμίσω, ότι μία από τις πρώτες απεικονίσεις του Ιησού Χριστού από τους πρώτους Χριστιανούς, είναι εντελώς όμοια με μία από τις συχνές απεικονίσεις του Διονύσου. Ο Ιησούς Χριστός απεικονίζεται, όπως ακριβώς και ο Διόνυσος, του οποίου η λατρευτική παρουσία βεβαιώνεται εκατοντάδες χρόνια πριν. Ως νέος άνδρας, μόλις μετά την εφηβεία, με κοντό μέχρι το γόνατο ελληνικό χιτώνα, με ζώνη στην μέση, και εντελώς ελληνική κώμη (ένδυση, δηλαδή, χτένισμα και εμφάνιση εντελώς ελληνικά) και με έναν αμνό στους ώμους, γύρω από τον λαιμό του, να τον κρατά από τα πόδια με τα δύο του χέρια. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι πρόκειται για έναν Διονυσιακό Ιησού Χριστό; Όχι βέβαια. Δεν πρόκειται παρά για μία μίμηση, με την οποία οι πρώτοι χριστιανοί, μάλλον θα ήθελαν να πουν στους λάτρεις του Διόνυσου, ότι ο Ιησούς Χριστός αγαπά την φύση και την ζωή με τον ίδιο τρόπο που την αγαπά και ο Διόνυσος.

 

Μία χριστιανική Ορθόδοξη παράδοση, λατρεία και συνείδηση:
η προτεραιότητα της χριστιανικής θρησκευτικής συνείδησης και
ταυτότητας των μελών της κοινότητας των Αναστεναρίων
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Από την πρώτη στιγμή που τα “Αναστενάρια” μαρτυρούνται, διαπιστώνονται και καταγράφονται στην Ιστορία, αποτελούν μία εντελώς Ελληνική και εντελώς Χριστιανική Ορθόδοξη και τοπική λατρεία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Λατρεία των Ελλήνων χριστιανών της Θράκης, και από την στιγμή που οι κοινότητες αυτές των Ελλήνων εγκαθίστανται στην Βόρεια Ελλάδα, λατρεία των Ελλήνων πιστών χριστιανών Αναστενάρηδων των κοινοτήτων και πόλεων του Λαγκαδά, της Αγίας Ελένης, της Μελίκης, της Μαυρολεύκης, της Κερκίνης, κ. α.

Οφείλω να υπενθυμίσω, ότι στην καταγραφή ενός εθίμου ή μίας θρησκευτικής λατρείας, η συνείδηση και η ταυτότητα, ο τρόπος δηλαδή αυτοπροσδιορισμού αυτών που συμμετέχουν και τελούν την λατρεία και το πανηγύρι, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια, κριτήρια και δεδομένα, που οφείλουν να λάβουν υπ’ όψιν τους και να σεβαστούν οι οποιοιδήποτε διατυπώνουν ιδέες, γνώμες και σκέψεις, διαπιστώσεις και συμπεράσματα, ιστορικά, επιστημονικά ή άλλα, ή κριτική, σχετικά με το έθιμο ή και την λατρεία αυτή.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι οι Αναστενάρηδες αισθάνονταν και αισθάνονται, όπως και αυτονόητα θεωρούσαν ανέκαθεν και θεωρούν, ότι ήταν και είναι πάντοτε πιστοί χριστιανοί ορθόδοξοι. Κανείς δεν μπορεί και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει την βαθύτατη αυτή χριστιανική τους συνείδηση και ταυτότητα, δίχως να παραβιάσει την ψυχική τους ευθύτητα και αξιοπρέπεια, όπως και τα ανθρώπινα, τα ατομικά και τα θρησκευτικά τους δικαιώματά, και δίχως να προβεί σε παραβίαση βασικών κανόνων και αρχών του Ανθρωπισμού.
Τούτο σημαίνει, ότι κανείς δεν μπορεί και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει την παραδοσιακά χριστιανική τους μορφή, και την σταθερή ένταξή τους στην προαιώνια παράδοση του Ορθόδοξου Ελληνικού Χριστιανισμού. Και η διαπίστωση αυτή είναι εξίσου επιστημονική, πολιτική, αλλά και νομική, όσο και βαθύτατα ανθρώπινη: με βάση δηλαδή τις αρχές του Δυτικού Πολιτισμού και των Κοινωνικών Επιστημών, του Ελληνικού Συντάγματος, αλλά και των Καταστατικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι οποιεσδήποτε επιστημονικές ή και άλλες μελέτες, οφείλουν να σεβαστούν τις αρχές της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης και της ιστορικής, πολιτισμικής και παραδοσιακής ταυτότητας, τόσο των Αναστεναρίων όσο και των πιστών Ελλήνων ορθοδόξων Αναστενάρηδων, που όχι μόνον τα σέβονται και τα τελούν με πλήρη αληθινή χριστιανική λατρεία έναντι των Αγίων, αλλά φέρουν το βαρύ ιστορικό και πολιτισμικό φορτίο της διατήρησής τους στη Ιστορία. Πολύ συχνά μάλιστα με βαθύτατη πίστη και δύναμη έναντι όλων όσων τους αμφισβήτησαν και του καταδίωξαν εντελώς παράνομα.

Το ιερό σφάγιο, η θυσία ή το “κουρμπάνι”
(Το προσφερόμενο ζώο: μόσχος ή και αμνός)
Το ιερό σφάγιο, η θυσία ενός ή περισσοτέρων ζώων, ή το “κουρμπάνι”, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και όχι μόνον, είναι μία πανάρχαια συνήθεια που την συναντάμε σε όλες τις θρησκείες σχεδόν και τις λατρείες της Μεσογείου, όπως και στις λατρείες και τις τελετές που γίνονται προς τιμήν και άλλων τοπικών Αγίων.
Στην συντριπτική πλειονότητα των χριστιανικών πανηγυριών στην Ελλάδα, όπως τα γνωρίζουμε μέχρι και τον 20 αιώνα, υπήρχε συνήθως ένας μόσχος, ο οποίος πολλές φορές εσφάζετο εντός του προαυλίου της Εκκλησίας του χωριού, στα σκαλοπάτια της Εκκλησίας, ή ακόμη και σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις στην είσοδο του πρόναου. Το ζώο ήταν προσφορά στον Άγιο/Αγία και στην κοινότητα των πιστών, σε όλα τα μέλη της που το μοιράζονταν ή και το κατέλυαν κατά την διάρκεια της συλλογικής τράπεζας, την παραμονή το βράδυ της εορτής ή και ανήμερα. Κατά την διάρκεια της τελετής, στην οποία ήταν αυτονόητα καλεσμένη κατ’ αρχάς ολόκληρη η κοινότητα, υπήρχαν μουσικά όργανα και γίνονταν χορός μέχρι αργά την νύχτα.

Το ιερό σφάγιο είχε και έχει ακόμη και σήμερα, όπου τελούνται αυτού του είδους τα πανηγύρια στο όνομα των τοπικών Αγίων, πρωτεύουσα θέση στο τελετουργικό. Αποτελεί ένα από τα κεντρικά λατρευτικά έθιμα. Άλλωστε, στα χωριά παλαιότερα, δεν ήταν δυνατόν συνήθως να υπάρξει άλλο βασικό φαγητό, από το προσφερόμενο σφάγιο, το οποίο μάλιστα κατέλυαν ευχαρίστως οι πάντες. Η κοινή τράπεζα, ο χορός και η μουσική, όπως και το συλλογικό τραγούδι, αποτελούσαν την κορύφωση του πανηγυριού, που σηματοδοτούσε την ενότητα και την αγαπητική συνύπαρξη όλων των μελών της κοινότητας, του χωριού ή και της πόλης.

Χάρις στο ιερό σφάγιο επιβεβαιώνονταν στο Πανηγύρι του Αγίου ή της Αγίας η εκ νέου συναδέλφωση των πιστών μεταξύ τους αλλά και με τον Άγιο/Αγία, με την αγνότητα και τις θεϊκές συμφιλιωτικές, αγαπητικές δυνάμεις του/της Αγίου/Αγίας, αλλά εν τέλει και με τον ίδιο τον Θεό. Κατά την έναρξη του πανηγυριού και λίγο πριν την θυσία του ζώου, γίνονταν συνήθως από τους ιερείς αγιασμός που καθαγίαζε το προσφερόμενο ζώο και τους παρευρισκόμενους, όπως και ολόκληρη την κοινότητα των πιστών.

Το ιερό σφάγιο-ζώο διαλέγονταν με προσοχή αρκετά συχνά από την αρχή της παραγωγικής χρονιάς, δηλαδή κατά τον μήνα Οκτώβριο, και μάλιστα με τελετουργικό τρόπο. Ήταν πάντοτε ιερό, διότι αποτελούσε αντικείμενο λατρείας από ολόκληρη την κοινότητα των πιστών και το χωριό. Έχουμε μάλιστα παραδόσεις, κατά τις οποίες το επιλεγμένο ζώο αποκόπτονταν από το κοπάδι και εκτρέφονταν σε ιδιαίτερο χώρο, απολαμβάνοντας την προσοχή και την φροντίδα ολόκληρης της κοινότητος. Σε κάποιες περιπτώσεις του δίδονταν, μάλιστα, και ιδιαίτερο όνομα.

 

Το ιερό σφάγιο-προσφερόμενο ζώο (ή και, αρκετές φορές, ζώα, συνήθως ενός έτους), δεν ήταν δυνατόν σε καμία περίπτωση να αποτελέσει αντικείμενο βάναυσης ή αποτρόπαιης και βλάσφημης πράξης, όπως και βίαιης ή και απρόσεκτης σφαγής. Το τυπικό και οι συνήθειες της λατρείας επέβαλαν πάντοτε ιδιαίτερο σεβασμό και τήρηση όλων των κανόνων της ζωής.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω, ότι η θυσία αποτελεί την ιδρυτική πράξη πολλών θρησκειών και λατρειών της Μεσογείου, ότι για τους Πατέρες της Εκκλησίας η θυσία του Ιησού Χριστού αποτελεί το “συστατικό στοιχείο του σχεδίου του Θεού για την σωτηρία της Ανθρωπότητας”, και ότι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός χαρακτηρίζεται επίσης από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ως ο “το αρνίον το εσφαγμένον από αρχής Κόσμου”. ( Α. Πέτρος, 1,19, και Ιωάννου Αποκάλυψη, 13, 8). Οι δε συζητήσεις για την ίδρυση της Χριστιανικής Εκκλησίας, από τον 15ο αιώνα και μετά, εκλαμβάνουν την θυσία του Ιησού Χριστού ως την ιδρυτική πράξη της Εκκλησίας, το δε μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας παραπέμπει σταθερά στην εικόνα του Ιησού Χριστού ως “ιερού Αμνού”, το “αίμα” και το “σώμα” του οποίου κοινωνούν οι πιστοί κάθε Κυριακή.

Και ενώ αυτή είναι η ιερή παράδοση όλων των χριστιανικών λατρευτικών τοπικών παραδόσεων των Αγίων, στην οποία εντάσσεται αυτονόητα και αυτόματα και η παράδοση των Αναστεναρίων, με βάση τις νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την σφαγή των ζώων στην βιομηχανία παραγωγής κρέατος, στην οποία σφάζονται χιλιάδες ζώα καθημερινώς, κάποιοι καταγγέλλουν την σφαγή του ιερού ζώου στις τοπικές λατρείες των Αγίων, και των Αναστεναρίων, ως αποτρόπαιη και βίαια πράξη που πρέπει να σταματήσει. Το λατρευόμενο, μ’ άλλα λόγια, ιερό σφάγιο, το οποίο αποτελεί ιδιαίτερο λατρευτικό αντικείμενο στις τελετές του πανηγυριού και όλων των πανηγυριών, παρουσιάζεται ως βασανιζόμενο ζώο.
Εκεί που το ιερό σφάγιο προστατεύονταν ανέκαθεν και προστατεύεται και τώρα περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, ώστε η σφαγή ή, ορθότερα, η θυσία του, να τελείται με τους καλύτερους όρους, παρουσιάζονται έξωθεν “μάρτυρες”, οι οποίοι αγνοώντας τον σεβασμό της κοινότητας των πιστών έναντι του προσφερόμενου ζώου, καταγγέλλουν την πράξη ως βίαιη και αποτρόπαιη, προσβάλλοντας τόσο τους πιστούς και την λατρευτική παράδοση όσο και την συνείδηση των πιστών. Εύκολα μάλιστα, επεκτείνουν την “ονομαζόμενη” βία έναντι του ιερού σφάγιου σε ολόκληρο το τελετουργικό της λατρείας, καταγγέλλοντας την ίδια την θρησκευτική λατρεία στο σύνολό της, την θρησκευτική παράδοση, αλλά και τα θρησκευτικά αισθήματα και την θρησκευτική ελευθερία των πιστών.

Εάν επί αιώνες τώρα, η σφαγή του ιερού ζώου πραγματοποιούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τον πιο φιλικό έναντι του προσφερόμενου ζώου, τρόπο που σέβονταν την ιερότητα της κάθε πράξης και της κάθε στιγμής μάλιστα, την ιερή τελετή, δηλαδή, της κάθε στιγμής και της κάθε πράξης, την σφαγή, τον τεμαχισμό, μέχρι και την κοινή κατάλυση στην κοινή τράπεζα, είναι δυνατόν σήμερα να μην λαμβάνονται υπ’ όψιν και να μην τηρούνται από τις λατρευτικές κοινότητες παντού στην Ελλάδα και από την κοινότητα των Αναστεναρίων όλοι οι κανόνες προστασίας των προσφερόμενων ζώων; Όταν μάλιστα το ιερό σφάγιο ανάγεται σε κεντρικό σύμβολο και λατρευτικό αντικείμενο από τους πιστούς;

Είναι δυνατόν οι κοινότητες που οργανώνουν τα πανηγύρια στο όνομα των Αγίων να μην τηρήσουν όλους τους νέους κανόνες και νόμους κατά την σφαγή του προσφερόμενου ζώου ή και ζώων;

Είναι δυνατόν να “διδάσκουν” σεβασμό έναντι του ιερού σφάγιου οι μη έχοντες αντίληψη της ιερότητας των ζώων, και να παρουσιάζουν στα Μέσα Επικοινωνίας και Κοινωνικής Δικτύωσης την πράξη ως πράξη αποτρόπαιης βίας, η οποία θα πρέπει να απαγορευτεί;
Πολύ φοβούμαι, ότι οι νέοι ακτιβιστές κατά της βίας πολύ σύντομα θα ζητήσουν από την Ορθόδοξη Εκκλησία να μην αναφέρεται στην σταύρωση του Ιησού, κατά την Μεγάλη Πέμπτη, όπως και στην αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου, και να καταργήσει την περιφορά του Ιησού την Μεγάλη Παρασκευή. Πολύ φοβούμαι, ότι θα ζητήσουν να μην αναφέρεται η “ιερή και άγια μετουσίωση του οίνου και άρτου σε αίμα και σώμα Κυρίου” στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, διότι θα παραπέμπει στην αποτρόπαιη θυσία του Ιησού Χριστού.

Θεωρώ ότι οι Θεσμοί και οι Αρχές του Κράτους καλούνται να προστατεύσουν τις θρησκευτικές λατρευτικές παραδόσεις όλων των Ελλήνων Ορθοδόξων πιστών, όπου τελούνται εδώ και αιώνες, όπως και την ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης, έναντι όλων εκείνων, οι οποίοι εύκολα και αβασάνιστα την προσβάλουν δημόσια.

[su_youtube url=”https://youtu.be/UBDzdz_z1Lk” width=”500″ height=”500″]

Facebook Comments

“Όσο πιο προσωπικό είναι αυτό που εκφράζει η τέχνη, τόσο περισσότερους αφορά” Μάνος Χατζιδάκης