Τα μπλουζ της ερήμου | mpilietakigr

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια μουσική που την έλεγαν ροκ. Και οι άνθρωποι που κρατούσαν τις κιθάρες της θεωρούνταν επαναστάτες. Στις μέρες μας διηγούνται ακόμα αυτό το παραμύθι. Μόνο που για να γνωρίσεις πια τους πραγματικούς πρωταγωνιστές του, θα πρέπει να πας μακριά. Στην έρημο, ας πούμε. Στη γη των Τουαρέγκ, των νομάδων της Σαχάρας, των «ανθρώπων με τα μπλε». Οι Tuareg, για όσους νομίζουν ότι είναι μόνο τζιπ της Volkswagen, είναι και μια πανάρχαια φυλή που βολοδέρνει αιώνες τώρα στους αμμόλοφους της Σαχάρας προσπαθώντας να επιβιώσει κατά νομάδες. Παρέα πάντα με τις αγαπημένες τους καμήλες διασχίζουν αδιάκοπα την έρημο ανά τους αιώνες. Τυπικά είναι μουσουλμάνοι, αλλά ανάθεμα και αν τηρούν τίποτα από το Κοράνι. Εδώ λέει, είναι που οι άντρες καλύπτουν το πρόσωπο τους και όχι οι γυναίκες! Αυτό βέβαια έχει και την πρακτική του αξία μιας και οι άντρες, που έτρεχαν να φέρουν φαί, προστάτευαν τα πρόσωπά τους από τη σκόνη της ηλιοκαμένης ερήμου. Αναφέρονται και ως «μπλε άνθρωποι», από το χαρακτηριστικό μπλε χρώμα που έχουν τα ρούχα τους τα οποία φθείρονται και ξεβάφουν με τα χρόνια στο σώμα τους. Άλλωστε στα αραβικά αυτοαποκαλούνται Imouhar, «ελεύθεροι άνθρωποι» δηλαδή.

Λίγες ροκ μπάντες έχουν μια ιστορία τόσο ξεχωριστή όσο οι Tinariwen. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι ροκ σταρ δύσκολα αντέχουν πάνω από ένα τέταρτο έξω από το ξενοδοχείο τους. Οι Tinariwen, όμως, δεν είναι μια συνηθισμένη ροκ μπάντα.

Η ιστορία τους τυπικά ξεκινάει το 1979, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης του Καντάφι για νεαρούς εξόριστους Τουαρέγκ – στην πραγματικότητα, όμως, στις 4 Απριλίου του 1960, τη στιγμή που ο τελευταίος Γάλλος εγκατέλειπε το Μάλι. Γιατί η ιστορία των Tinariwen είναι κάτι πολύ περισσότερο από την ιστορία ενός συγκροτήματος. Είναι η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς νέων που βρέθηκαν πρόσφυγες, στην ανεργία και στο περιθώριο. Είναι η ιστορία της φυλής των Τουαρέγκ στον αγώνα της για επιβίωση. Είναι η ιστορία του τέλους της αποικιοκρατίας, που περιγράφει ο Τζόζεφ Κόνραντ «Στην καρδιά του σκότους» και ο Κόπολα στο «Αποκάλυψη τώρα». Είναι, όμως, τελικά και η ιστορία της θεραπευτικής δύναμης που έχει η μουσική να διηγείται, να μαλακώνει τον πόνο, να κάνει τη θλίψη γλυκιά, σαν το πρώτο ζεστό αεράκι της ερήμου την ανατολή… Τα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκουν όλη τη δυτική Αφρική υπό τον έλεγχο των Γάλλων.

Το τέλος της αποικιοκρατίας στα μέσα του 20ού αφήνει το Μάλι με στοιχειώδεις υποδομές. Η φυλή των Μπαμπάρα, που ως πολυπληθέστερη έλαβε τη σκυτάλη στην εξουσία από τους Γάλλους το 1960, αποφασίζει ότι αυτοί οι ατίθασοι νομάδες, οι Τουαρέγκ, θα πρέπει να «εκπολιτισθούν». Έτσι ξεκινάει μία χωρίς προηγούμενο επιχείρηση τρομοκρατίας στα χωριά των Τουαρέγκ, με εκτελέσεις, λεηλασίες, καταστροφές. Ο Ιμπραήμ, ο αρχηγός και ιδρυτής των Tinariwen, ήταν τριών χρονών όταν ο στρατός εισέβαλε στο χωριό και σκότωσε τον πατέρα του. «Ξαφνικά άκουσα όλο το χωριό να χειροκροτεί» μου λέει. Οι στρατιώτες είχαν υποχρεώσει τους χωρικούς να χτυπάνε παλαμάκια κάθε φορά που εκτελούσαν κάποιον! Μετά εκτέλεσαν μέχρι και τα κοπάδια τους… Ο Ιμπραήμ, έχοντας μείνει με το απόλυτο τίποτα στη μέση της ερήμου, αναγκάζεται να τη διασχίσει και να καταφύγει στην Αλγερία, όπως και χιλιάδες νεαροί Τουαρέγκ. Είναι μια εφηβεία δύσκολη, στην εξορία και στο περιθώριο, μια γενιά που υποτιμητικά θα ονομαστεί «ίσουμαρ» από το γαλλικό chommage που σημαίνει ανεργία. Ο Ιμπραήμ και οι φίλοι του μετατρέπουν τη βρισιά σε παράσημο τιμής, παίζουν μουσική και, ως γνήσιοι νομάδες, εξαφανίζονται στην έρημο κάθε φορά που έχουν μπλεξίματα με την αστυνομία – που συχνά ξεσπάει στους μικρούς Τουαρέγκ. Ο κόσμος αρχίζει να τους αποκαλεί Kel Tinariwen – δηλαδή, οι άνθρωποι της ερήμου.

Τη δεκαετία του ’80 όλοι οι εξόριστοι Τουαρέγκ ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του Καντάφι για εκπαίδευση στα στρατόπεδά του. Ο συνταγματάρχης τούς υπόσχεται να τους βοηθήσει να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους και να πάρουν εκδίκηση. Σ’ αυτά τα στρατόπεδα ο Ιμπραήμ και η παρέα του ηχογραφούν τις πρώτες κασέτες της μουσικής κολεκτίβας των Tinariwen, που μιλούν για εξέγερση, για τη νοσταλγία μακριά από την έρημο και για τον πόθο των Τουαρέγκ για ελευθερία. Οι κασέτες κοπιάρονται χιλιάδες φορές, από χέρι σε χέρι, και λαθραία φτάνουν σε κάθε χωριό Τουαρέγκ. Οι υπνωτικά καταιγιστικές τους κιθάρες ισοδυναμούν με χιλιάδες ριπές καλάσνικοφ. Δεν αργεί η στιγμή που περνάνε τα σύνορα οπλισμένοι. Η επανάσταση ξεκινά, και οι Tinariwen έχουν τα χέρια τους γεμάτα. Στο ένα το καλάσνικοφ, στο άλλο η κιθάρα. Διαπιστώνουν ότι όπου και να πάνε τους ξέρουν όλοι από τις κασέτες τους. «Κάθε Τουαρέγκ είναι Tinariwen» ακούγεται από τα χείλη όλων. Δεν είναι απλώς μια ροκ μπάντα της ερήμου, είναι κίνημα…Με τη Σαχάρα να παραμένει πάντα το αόρατο μέλος της μπάντας… Το είδος αυτό της μουσικής εξελίχθηκε και σήμερα ονομάζεται Tisoumaren, ενώ απαγορεύτηκε ως επαναστατικό σε ορισμένες περιοχές. Το 1990 συμμετείχαν στο αντάρτικο κίνημα εναντίον των κυβερνήσεων του Μάλι και του Νίγηρα, οι οποίες κυνηγούσαν τους νομάδες της ερήμου. Ευτυχώς, το αιματοκύλισμα δεν κρατά για πολύ. Μια εύθραυστη συμφωνία, που σταματά προσωρινά τις εχθροπραξίες, υπογράφεται ανάμεσα στην κυβέρνηση του Μάλι και στους Τουαρέγκ. Επιτέλους, τα μέλη των Tinariwen μπορούν να πάνε στα σπίτια όπου γεννήθηκαν και να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς να φοβούνται. Αυτή η εύθραυστη ειρήνη διακόπτεται συχνά πυκνά από χαμηλής έντασης αψιμαχίες. . Ανάμεσα στους μεγαλύτερους τους θαυμαστές συγκαταλέγεται ο Robert Plant, η μυθική φωνή των Led Zeppelin, που τους αποκαλεί πραγματικό ροκ και έχει συμπράξει μαζί τους, όπως και ο Carlos Santana, και πάνω στη σκηνή. Οι Tinariwen, – από τη δημιουργία του γκρουπ πριν τριάντα χρόνια – δεν σταμάτησαν να γητεύουν με τις κιθάρες και τη φωνή τους την σκόνη της ερήμου. Οι κριτικές των άλμπουμ τους είναι ενθουσιώδεις και μιλούν για ένα στιλ ξεχωριστό, που δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε οπαδούς του έθνικ, ούτε της κιθάρας, αλλά σε όλους όσους εκτιμούν τους ποιοτικούς και πρωτοποριακούς ήχους.

Με τη Σαχάρα στο φόντο, οι Tinariwen τραγουδούν δυναμικά ροκ μπλουζ της ερήμου, άμεσα και επαναστατικά, θυμίζοντας στους ακροατές τους πως η ιστορία τους μπορεί να φαντάζει ασυνήθιστη, αλλά είναι μια ιστορία πόνου και ελπίδας που μοιράζονται χιλιάδες άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. . Οι Tinariwen είναι μία μπάντα από το Μάλι που αποτελείται από μέλη της φυλής των Tuareg. Ο Ibrahim Ag Alhabib είναι ένας από τους ιδρυτές της μπάντας, ο βασικός τραγουδιστής της και μάλλον η ψυχή της. Έζησε βλέποντας τον πατέρα του και την οικογένεια του να σκοτώνεται από το στρατό του Μάλι. Αναγκάζεται, για να γλιτώσει, να εξοριστεί με άλλους μαζί στην Αλγερία. Μεγαλώνοντας έρχεται σε επαφή με πολλά μουσικά είδη της αφρικανικής, της αραβικής αλλά και της δυτικής μουσικής. Μαζί με άλλους δύο κατά το 1979, τους Hassan Touhami και Inteyeden Ag Ableline, σχηματίζουν το βασικό πυρήνα των Tinariwen (τότε Taghreft Tinariwen). Παίζουν σε παραδοσιακές γιορτές και εκδηλώσεις των Tuareg. Έρχονται σε επαφή με τον ηλεκτρικό ήχο, κάτι που θα αποτελέσει και την βασική διαφοροποίηση τους από την υπόλοιπη μουσική τοπική κουλτούρα. Η ανάγκη και ο πόθος για επιστροφή στους τόπους τους με τα χρόνια αντί να σβήνει φουντώνει όλο και περισσότερο. Μία ολόκληρη γενιά των Tuareg, ξεριζωμένη, εγκαταλείπει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, πιάνει κανονική δουλειά, κρατάει για πρώτη φορά χρήματα στα χέρια της και ζει με τις αναμνήσεις των αρχέγονων ιστοριών της ερήμου. Εκπαιδεύονται στο στρατό του Gaddafi όχι για να υλοποιήσουν τα φιλόδοξα οράματα του προέδρου, αλλά για να μάθουν να πολεμούν! Έτσι οι Tinariwen αφήνουν τα τραγούδια για τον Λίβυο πρόεδρο και παίζουν στα κρησφύγετα του MPA (Mouvement Populaire de l’Azawad) στο Νίγηρα και στις γύρω περιοχές. Πολεμούν κι αυτοί. Σιγά σιγά θα γίνουν γνωστοί σε όλους τους Tuareg. Γίνονται η φωνή τους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Οι Tuareg καταφέρνουν μετά από λίγο καιρό να κατακτήσουν ένα είδος αυτονομίας στις περιοχές όπου ζούσαν αλλά μετά έρχονται όπως σχεδόν πάντα οι εμφύλιες αντιδικίες. Οι Tinariwen αφήνουν τα kalashnikov, απογοητευμένοι μάλλον, και καταπιάνονται για τα καλά με τη μουσική. Δεν παρατάνε τον αγώνα τους. Συνεχίζουν να γράφουν και να τραγουδούν για τα όνειρά τους. Πιστεύουν πως έτσι, ειρηνικά και αναίμακτα, θα κάνουν γνωστό σε περισσότερο κόσμο και με μεγαλύτερα αποτελέσματα τον αγώνα των Tuareg. Βέβαια απ’ ότι φαίνεται πολλοί ομόφυλοι τους δεν συμφωνούν μιας και από το 2007 τα άλλα «όργανα» έχουν ξαναρχίσει. Για περίπου είκοσι χρόνια ηχογραφούν τα τραγούδια τους σε κασέτες και καταφέρνουν κάπως έτσι να ακουστούν δειλά και έξω από τη χώρα τους. Ηχογραφούν για πρώτη φορά δίσκο το 2001, το The Radio Tisdas Sessions. Αυτό όμως που τους απογείωσε ήταν η συμμετοχή τους στο Festival au Désert την ίδια χρονιά, ένα μουσικό φεστιβάλ που πραγματοποιείται στο Μάλι, καταμεσής της ερήμου με παγκόσμια προβολή. Ο συνδυασμός των ηλεκτρικών κιθάρων με τα παραδοσιακά όργανα της φυλής τους, και οι ιστορίες τους ερμηνευμένες στα γαλλικά αλλά και στη γλώσσα των Tuareg, την Tamasheq, φαίνεται να συγκινούν πολλούς περισσότερους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει έρημος. Οι ίδιοι περιγράφουν τη μουσική τους ως τα blues της ερήμου. Η δεύτερη δουλειά τους τιτλοφορείται Amassakoul και κυκλοφορεί το 2004. Αρχίζουν να οργώνουν τον κόσμο περιοδεύοντας και φτάνουν στο σημείο να παίξουν παρέα με τον Santana και τον Robert Plant. Λίγο πριν από το τελευταίο τους δίσκο, το Aman Iman (2007), πρωταγωνιστούν σε ένα ντοκιμαντέρ με το τίτλο Teshumara, or the guitars of the revolution. Tishumaren σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση η μουσική των κατατρεγμένων και των βασανισμένων. Άλλωστε αυτό είναι και το αντικείμενο αυτής της απόπειρας, η εξιστόρηση δηλαδή των αγώνων της φυλής των Tuareg. Οι Tinariwen δεν ξεχνούν από προέρχονται και συνεχίζουν να διαδίδουν τη κουλτούρα τους. Μια κουλτούρα που τη διαπνέει η αέναη ανάγκη για αγώνα και ελευθερία.

Facebook Comments

About the author

"Όσο πιο προσωπικό είναι αυτό που εκφράζει η τέχνη, τόσο περισσότερους αφορά" Μάνος Χατζιδάκης