ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ” LA DONNA VELATA”

Μας φώτισες

Όνειρο ολοζώντανο μου έφερε εμπρός μου, στην μυστηριώδη αχλύ της, μια Μορφή που αν και θολή, αφανέρωτη, θεϊκιά σε όλα έδειχνε νά ναι, ακόμα και στον τρόπο να στέκει ασάλευτη.

Πες μου, Ξένε, άρχοντα κόσμου αληθινού, πες μου αν σωτηρία έχει βρει η Καλή μου – και το λαμπρότερο από τα στεφάνια τ’ ουρανού να δεις στην κεφαλή σου’ τα πόδια σου να σου φιλήσω.

Πιο τραχή κι από χαρά ουράνια, που τα πέλαγα με ρόδα να σκεπάζει, που πλούσια από κείνην, μια μικρή, άφταστη είναι λέξη, που περνάει στην ακοή του ανθρώπου. Πες μου, αν σωτηρία εκείνη έχει εύρει’ γιατί ακουστά έχω να λένε, από χείλη που άγια πλάστηκαν, πως στα μάτια τα άϋλα, ακόμα και το χιόνι είναι λερό.

Απ’ τη στιγμή που το μνήμα έκρυψε τη θωριά της απ’ τον κόσμο – τον κόσμο που με χαρά και μ’ έρωτα τα χνάρια της θωρούσε και σκόρπαγε παινέματα, θαυμαστό ανθό της ανθρώπινης μιλιάς – τούτη η αμφιβολία με τυραννούσε, και πιότερο η ανημποριά μου να βρω τη λύση.

Και τότε, κάθε πράγμα που αξία στη ζωή να έχει, αβέβαιο μου εφάνταζε μπροστά στα μάτια, καθώς μες στο ναό, νύχτα ώρα, στο τρέμισμα του καντηλιού του ακοίμητου που πάει να σβήσει, σαλεύουνε τρεμουλιαστά οι εικόνες των Αγίων, και οι ταφόπετρες, και όλα τριγύρω μοιάζουνε έτοιμα να χαθούνε από το βλέμμα.

Τώρα όμως, που τέτοια θεότητα εμπρός μου στέκει, θα μπορέσει Παράδεισο ή Κόλαση στο στήθος μου να βάλει’ γιατί εκείνη ήταν, και είναι, στην ψυχή μου, αυτό που στο κορμί η ψυχή μου είναι.

Γνώρισαν την αγνότητα του έρωτά μας οι μέρες οι γεμάτες ήλιο, όμοια και οι ατέλειωτες οι νύχτες που περάσαμε μαζί. Ποτέ δεν το μαθε κανένας’ δεν θα το μάθει κανείς.

Ήταν η πηγή που μυστικά, βουβά έχει τρέξει. Η ομορφιά στις σκέψεις και στα αισθήματα, στις κινήσεις και στα λόγια, αρμονία ήταν που ταίριαζε με κείνην της μορφής’ και μες σε τόσο πλούτο, λαγαρό το βάθος εθωρούσες, καθώς μες στο γιαλό, κάτω από τα καθάρια, τα βαθιά νερά, θωρείς ασάλευτο το βότσαλο, χορταριασμένο.

Από κείνη ανάβρυζε η ζωή’ και με περίζωνε, με την ακατανίκητη τη δύναμη, καθώς την περιζώνει εκείνη την ώρα ο θάνατος.

Στο στήθος μου έσφυζε ο ουρανός, με όλες τις φωνές που έχει.

Μα όταν το χώμα του τάφου έγινε, το λείψανό της σαν άγγιξε, ο θάνατος, ο κοινός θάνατος, πράγμα καινούριο και απίστευτο στον κόσμο εφάνη. Των γυναικών η ομορφιά για καιρό είχε θαμπώσει και άχαρη είταν’ κ’ έκλαψε ο άντρας, και λιγόψυχος ωσάν γυναίκα εφάνη.

Μπορεί εκεί τριγύρω της να μνήσκουν, αγιασμένα, αγνώριστα τα οστά’ μπορεί σκουλήκια να μη βγούνε’ μπορεί φθορά ποτέ να μη την ‘γγίξει’ μπορεί να μείνει πάντα όμορφη και μέσα κει μπορεί (μα, παραμιλάω;) μπορεί αύριο ν’ αναστηθεί.

Όμως, γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί, κι αν όλα τ’ αγαθά στα πόδια μου ήθελε κατεβούνε, εγώ και τότε ακόμα, την ευτυχία στα μάτια της θ’ αποζητούσα.

Τη στιγμή εκείνη η Μορφή εφανέρωσε το πρόσωπό της – και πρόβαλε η Καλή μου σε δόξα μέσα και με χαμόγελο.

 

 

Facebook Comments
Χρυσάνθη Καραδεμιρτζόγλου

Γεννημένη στο μικρό Μόντε Κάρλο της Ελλάδος (Καβάλα). Πιστεύω και μη, ότι έρχεται στο δρόμο μου το εξετάζω λεπτομερώς. Σκορπιός με ωροσκόπο Υδροχόο (άσχετο αλλά συγκεκριμένο) δεν πιστεύω στην τύχη.