«Διονύση, πες της πως νιώθεις…»

«Δεν μπορώ, φίλε… Είναι καλύτερα χωρίς εμένα…»

«Μα, είσαι ερωτευμένος…»

«Δεν θα το μάθει ποτέ…»

«Όχι εγώ…»

Ο Διονύσης έσκυψε το κεφάλι του, αποστρέφοντας το βλέμμα του από την φωτογραφία της Ελευθερίας που τσαλακωνόταν στο ιδρωμένο χέρι του.

«Τότε πάρε το απόφαση και τράβα τον εαυτό σου μακριά…», είπε ο φίλος του.

«Δεν έχεις ιδέα, φίλε μου…», ο Διονύσης χαμογέλασε με πικρία. «Ο έρωτας είναι εγωιστικός. Είναι τόσο λάθος να τον εξυμνούν και να προωθούν την ομορφιά που δεν έχει. Βάζει φωτιά στην λογική σου και το μόνο που θέλεις είναι την ευτυχία του ανθρώπου που έχεις επιλέξει. Αρκεί… Αρκεί μόνο να την έχεις δώσει εσύ…»

«Δεν είσαι έτσι εσύ.»

«Έτσι ακριβώς είμαι… Και δεν της αξίζει αυτό.»

«Διονύση, σύνελθε και προχώρα!»

«Φίλε, δες την…», ο Διονύσης έδειξε την φωτογραφία της Ελευθερίας στον φίλο του. «Κοίταξε το χαμόγελο της. Αστράφτει… Τα μάτια της… Ω, αυτά τα δυο μάτια που έχουν κλάψει για τόσο πολλά… Τα μαλλιά της, που είναι σαν ένας ξανθός χείμαρρος από μετάξι… Το δέρμα της, λευκό σαν χιονισμένο δάσος που λιώνει κάτω από την αντανάκλαση του δυνατού ήλιου…», χαμογέλασε εκείνος. «Είναι και η καρδιά της που δεν φαίνεται στην φωτογραφία, όμως είναι τόσο ζεστή… Το άγγιγμα της που δίνει ζωή σε οτιδήποτε άψυχο και νεκρό… Η φωνή της που κρύβει τόση σοφία… Ο χαρακτήρας της… Ο αέρας που την περιβάλει…», έσκυψε για ακόμη μια φορά το κεφάλι του, ηττημένος. «Η ύπαρξη της, ολόκληρη…»

«Πως μπόρεσες να ερωτευτείς κάτι τόσο άπιαστο;»

«Όλοι οι άγγελοι είναι άπιαστοι, φίλε μου…»

«Το όνομα μου είναι Διονύσης.»

«Και πάντα θα είναι…», είπε εκείνος σηκώνοντας το βλέμμα του στον καθρέφτη.

«Μίλησε της. Ξόρκισε τους δαίμονες σου. Διώξε το από πάνω σου…»

«Εσύ είσαι ο δαίμονας μου. Έρχεσαι πάντα να με προκαλέσεις, να με πονέσεις, να με κάνεις να δω μια αλήθεια που ποτέ δεν απαίτησα να υπάρχει.»

«Θες να ζεις μέσα στο ψέμα; Δική σου επιλογή… Εγώ, μπορώ να σε κάνω να πονέσεις πολύ περισσότερο από ότι φαντάζεσαι.»

«Δεν μπορείς…»

«Προκάλεσε με!»

«Τι θα κάνεις;»

«Θα σου πω πως η Ελευθερία δεν δίνει δεκάρα για τα συναισθήματα σου. Η ζωή της μπορεί να μην είναι έτσι όπως την ονειρευόταν, μα σίγουρα είναι πιο αληθινή από την δική σου ουτοπία. Ποτέ δεν είχες την δύναμη να διεκδικήσεις κάτι που ήθελες και μάντεψε τον λόγο! Είσαι ανίκανος να διαχειριστείς συναισθήματα που έχουν ανταπόκριση! Δίνεις αξία και αγάπη στην φαντασία σου με την εγγύηση της ασφάλειας πως ποτέ δεν θα πληγωθείς. Η ζωή όμως είναι για εκείνους που μάχονται στην πρώτη γραμμή του πυρός. Οι δηλοί πεθαίνουν, κρυμμένοι στα πιο σκοτεινά μέρη θέλοντας να γίνουν οι πιο δυνατοί μαχητές του αγώνα. Σε ποια τρύπα του παράλληλου κόσμου που ζεις, έχεις κρυφτεί εσύ;»

«Στην ίδια τρύπα που ζεις κι εσύ…»

«Εγώ κατοικώ εκεί που το σώμα σου με προστατεύει. Σε ένα κλουβί φτιαγμένο από κόκκαλα. Χτυπάω για να σου δώσω ζωή μα εσύ με αφήνεις να ξοδεύω αυτή την πολύτιμη ζωή σε πράγματα που υπάρχουν μόνο στο κεφάλι σου…»

«Η Ελευθερία είναι αληθινή!»

«Εσύ όμως δεν είσαι αληθινός με τον εαυτό σου! Δεν είσαι αληθινός με εκείνη!»

«Κι αν την χάσω, για πάντα…; Αν την πληγώσω; Αν την κάνω να αισθανθεί άσχημα…; Πως θα συνεχίσω να ζω, μετά από αυτό;»

«Τι σου δίνει την εντύπωση πως τώρα ζεις;»

Στα μάτια του γυάλισαν μερικά δάκρυα. «Δεν… Δεν ζω…;»

«Μην κλαις… Μου προκαλείς πόνο που δεν ζήτησα…»

«Εσύ προκαλείς τον πόνο αυτό!»

«Θα σε κάνω να μην αισθάνεσαι, να μην μιλάς, να μην λειτουργείς…»

«Θα σε σπάσω στα δυο σαν γυαλί…»

«Μα είμαι η καρδιά σου… Θα πεθάνεις.»

«Εσύ είπες πως δεν ζω… Είναι προτιμότερο να αισθάνομαι με το μυαλό.»

«Εκεί ζει η λογική… Αν εγώ πεθάνω, εκείνη θα σε κάνει να μείνεις μόνος σου… Για πάντα. Εγώ έχω τους λόγους μου που η λογική δεν ξέρει… Όταν εκείνη λειτουργεί μόνη της, είναι μια περιοριστική δύναμη…»

«Είμαι μόνος μου…»

«Ζήσε! Ελευθέρωσε τον εαυτό σου από τα δεσμά της ουτοπίας, Διονύση! Πάρε τον δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία! Κατέστρεψε όλα τα αγκάθια που σε κάνουν να πονάς! Διέλυσε τους φόβους σου! Άσε με να ζήσω χωρίς να με κάνεις να πονάω…

…ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΗ!….ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΟ!!»

Το μαχαίρι έφτασε χιλιοστά μακριά από την καρδιά καθώς ο Διονύσης το έσπρωξε με δύναμη ανάμεσα στο στήθος του. «Δώσε μου έναν λόγο να μην το κάνω…»

«Χωρίς εμένα δεν θα αγαπάς τον εαυτό σου! Δεν θα αγαπάς την Ελευθερία… Σταμάτα τώρα που μπορείς, πριν να είναι πολύ αργά!»

Ο Διονύσης πάγωσε, με το μαχαίρι να στάζει αίμα, στο στέρνο του. «Πόσο εύκολα μπορείς να με κοροϊδέψεις… Έχω σταματήσει να αγαπώ τον εαυτό μου χρόνια τώρα… Την Ελευθερία θα την αγαπώ ακόμη κι αν εσύ πεθάνεις γιατί ο έρωτας είναι δικός μου… Δεν είναι δικός σου… Δεν θα είναι κανενός αν δεν είναι δικός μου…»

«Θα πεθάνεις αν συνεχίσεις! Μην το κάνεις αυτό σε μας!»

Εκείνος όμως δεν άκουσε την καρδιά του και με ένα δυνατό χτύπημα ακόμα, την χώρισε στα δύο. Με τα ίδια του τα χέρια την έβγαλε από το προστατευτικό της κλουβί και την διέλυσε, πιέζοντας την στις παλάμες του που έτρεμαν… Το αίμα που έτρεχε είχε το άρωμα της Ελευθερίας… είχε τα συναισθήματα του πρώτου έρωτα του Διονύση… είχε το πρώτο του φιλί… τα σκιρτήματα των εφηβικών του χρόνων… την απογοήτευση των απορρίψεων… την αγάπη των γονιών του… Είχε τους φίλους του… τα δάκρυα του… τα γέλια και τα χαμόγελα του… τα λόγια αγάπης… την σιωπή και την ησυχία του… το κλάμα του θανάτου… το κλάμα της ζωής… το ψιθύρισμα το ανέμου… τα φιλιά της βροχής… την χαρά της οικογένειας του… την θλίψη της αποτυχίας… την ευτυχία της επιτυχίας… Είχε τον Διονύση και την λογική του… Είχε μια ολόκληρη ζωή και το τέλος ενός συναισθηματικού θανάτου…

Με την τελευταία σταγόνα της καρδιάς του, ο Διονύσης έκλεισε τα μάτια του και ορκίστηκε ολοκληρωτικό θάνατο σε έναν Θεό που ονομάζεται Ζωή…

«Ήσουν πάντα το άθροισμα των επιλογών μου… Δεν ήσουν Ταξίδι… Δεν ήσουν Σκοπός… Δεν ήσουν… αγάπη… Δεν ήσουν ποτέ… πραγματικότητα… Τώρα πλέον θα είσαι μια σιωπηλή απόγνωση, μια τραγωδία… ένα τεράστιο θέατρο χωρίς θεατές… Πως θα γίνεις το όνειρο του Θεού, όταν δεν υπάρχεις;»  

…………………………………………..

(Το κείμενο εμπεριέχει αποφθέγματα γνωστών ελλήνων και ξένων προσώπων)

Facebook Comments

About the author

Δεν είμαι κόρη εφοπλιστή, δεν περιμένω τον πρίγκιπα επάνω στο άλογο, δεν είμαι άνθρωπος του «πρέπει». Ζω στον δικό μου χρωματιστό κόσμο, χωρίς όρια, χωρίς σύνορα και με πολύ φαντασία. Να με φωνάζετε «Ντέμι». Αυτή θα είμαι…