Ζωή εν Τάφω (απόσπασμα) – Στρατής Μυριβήλης

Μας φώτισες
Σκάβουμε το λοιπόν και βάζουμε σύρματα. Χιλιάδες σύρματα. Χιλιάδες μακαράδες από σύρματα γεμάτα αγκύλια. Λόφοι ολάκεροι από δαύτους ξεφορτώνουνται αδιάκοπα. Ξετυλίγουνται και ξετυλίγουνται και σωσμό δεν έχουν. Βγαίνουμε τη νύχτα, βγαίνουν χιλιάδες μιλιούνια άνθρωποι κάθε νύχτα κι απλώνουν αγκαθωτά σύρματα. Δένουμε τα βουνά, τους λόφους και ατέλειωτους κάμπους. Κ' η υδρόγειο έγινε πια ένα κουβάρι από αγκαθωτό σύρμα. Το σύρμα είναι ο αγριόβατος που τύλιξε την οικουμένη. Είναι ένα σιδερένιο φιδόχορτο, ένα περικοκλάδι δίχως φύλλα, όλο νύχια και δόντια, που ποτίζεται με ζεστό αίμα και θεριεύει και κουντουρτίζει, κι απλώνει τις κουλούρες του.

Βλασταίνει και κλαδίζει μόνο μέσα στη νύχτα και πιάνεται παντούθε με τις ακατέλυτες κληματίδες του. Όπου φυτρώνει το συρματόπλεγμα, μαραίνουνται τα λουλούδια, φυλλοροούνε τα δέντρα, μαραζιάζουν οι ανθισμένες οι μηλιές κ' οι ροδιές κιτρινίζουν. Είναι τ' αγκάθι που ριζοβόλησε, κυρίεψε και χέρσωσε τα χωράφια και τις καρδιές. Κι όλοι, χιλιάδες, μιλιούνια εργάτες, σκάβουμε όλοι νύχτα κι αδειάζουμε το αίμα της καρδιάς μας, για να το ποτίσουμε το περιπλακάδι του πολέμου, νανεστηθεί και να ρίξει κι άλλα βλαστάρια. Όλα γεμάτα από σιδερένια νύχια και δόντια.